Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Ο Γρηγόρης Λαμποβιτιάδης, μεγάλος εθνομάρτυρας της Βορείου Ηπείρου

Γρηγόρης Λαμποβιτιάδης: Τό παλικάρι δέν λύγισε...
Ο Γρηγόρης Λαμποβιτιάδης, ο μεγάλος εθνομάρτυρας της Βορείου Ηπείρου και του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού κατάγονταν από τη Δούβιανη Δροπόλεως της Βορείου Ηπείρου.

Ποιος ήταν ο αληθινός, ο πραγματικός, ο άνθρωπος Γρηγόρης Λαμποβιτιάδης;

Για να δοθεί απάντηση σε αυτό το ερώτημα, θα πρέπει πρώτα να γίνει κατανοητό το τι έχει διαδραματιστεί στο χώρο της Ελληνικής Μειονότητας και σε όλη την Αλβανία, στη χρονική περίοδο μεταξύ του 1945 -1990, όταν την εξουσία κατείχε το ένα και μοναδικό κόμμα, το κομουνιστικό κόμμα ή κόμμα εργασίας.

Θύματα θα ήταν πρώτοι απ' όλους οι διανοούμενοι, γιατροί, δικηγόροι, έμποροι, δάσκαλοι, ιερείς. Σε αυτό το κυνήγι μαγισσών η οδηγία του κόμματος ήταν ξεκάθαρη: «Καταλογίστε στον εχθρό της τάξης κάθε κακό. Ό,τι κακό καταλογίσεις στον εχθρό του λαού δεν βγαίνεις από τη γραμμή του κόμματος». Έτσι συνέβη και με τον Γρηγόρη Λαμποβιτιάδη. Οι απόστολοι του μίσους και του διχασμού δεν ικανοποιήθηκαν μόνο με την δική του σωματική εξαφάνιση και της οικογένειας του. Έκαμαν το παν για να αμαυρώσoυν και την προσωπικότητά καταλογίζοντας του, εκτός από πολλά άλλα και το προσωνύμιο του ακραίου σοβινιστή εθνικιστή, εκείνου που διακατέχεται από μίσος προς τον αλβανικό λαό.

Το ότι δεν ήταν ο Γρηγόρης αλλά αυτοί οι ίδιοι που διακατέχονταν από κρυφό εθνικιστικό μίσος και από εθνικιστικές φοβίες, τυφλοί όμως, και μετριότητες όπως έτυχε να ήταν δεν μπόρεσαν να το καταλάβουν ποτέ, αποδεικνύεται από το εξής γεγονός.
Ο Γρηγόρης διέμεινε στο χωριό του περίπου ένα χρόνο την περίοδο 1943 - 44 και δούλεψε εκεί σαν οδοντίατρος. Όλοι όσοι τον γνώρισαν μιλούν για  έναν άνθρωπο πολύ απλοϊκό και πρόθυμο, γελαστό και καλόκαρδο, χωρίς κανένα ίχνος υπεροψίας ή σοβαροφάνειας επάνω του.  δεν τον είχε ακούσει ποτέ  να ζητάει χρήματα από κάποιον, ενώ από τους φτωχούς ούτε που καταδέχονταν να πληρωθεί.

Ο γιος του Γρηγόρη, ο Γιώργος αφηγείται ότι όταν ο πατέρας του ο Γρηγόρης δούλευε στο Αργυρόκαστρο είχε προσλάβει σαν βοηθό - τσιράκι το έλεγαν τότε - Αλβανό μουσουλμάνο από το Αργυρόκαστρο, ονόματι Χαλίμ. Περίπου 10 χρόνια μετά την εκτέλεση του Γρηγόρη, όταν ο Γιώργος φοιτούσε στο γυμνάσιο  του Αργυροκάστρου, η διεύθυνση, όπως συνηθίζονταν τότε, έστειλε κάποια μέρα και την τάξη του Γιώργου στην οδοντιατρική κλινική για έλεγχο. 
Αφού τελείωσε ο έλεγχος και τα παιδιά άρχισαν να βγαίνουν έξω από την κλινική,  ο γιατρός ζήτησε  να μείνει πίσω ο ονομαζόμενος Γιώργος Λαμποβιτιάδης. Ήταν ο ίδιος ο διευθυντής της οδοντιατρικής κλινικής του Αργυροκάστρου, ο οδοντίατρος πλέον Χαλίμ. Ο Χαλίμ, που δεν ήταν βέβαια ούτε αχάριστος και ούτε αγνώμων, αλλά ούτε και φοβητσιάρης, αφού έκλεισε η πόρτα, αγκάλιασε το Γιώργο αλλά η συγκίνηση ήταν τόσο δυνατή που το παιδί Γιώργος δεν θυμάται τι άλλα είπε ο Χαλίμ, εκτός από μια αναλαμπή μνήμης σχετικά με τον εξοπλισμό του οδοντιατρείου που ανήκε στον πατέρα του. Μολονότι είχε γίνει προσπάθεια να εξαλειφθούν με τη λίμα τα ονόματα που ήταν χαραγμένα στον ιατρικό εξοπλισμό, τα ίχνη δεν είχαν σβήσει.

Στον Ελληνο-ιταλικό πόλεμο οι φασίστες βλέποντας τη γαλανόλευκη σημαία σπίτι του, βομβαρδίζουν και του σκοτώνουν τη σύζυγο Ανδρονίκη. Το 1946 οι κομμουνιστές,  αφού τον τυράννησαν αγρίως και απερίγραπτα, τον σκότωσαν στο Αργυρόκαστρο, ενώ αργότερα την ίδια τύχη είχε και η δεύτερη σύζυγός του Μαρία στο Δέλβινο, που απεβίωσε από ασφυξία, αφού πρώτα την είχαν βιάσει  και βασανίσει.

Ο Γρηγόρης καθώς και η Μαρία υπέφεραν περισσότερο από τον Ιησού, γι’ αυτό είναι πνεύμα, το οποίο δε σκοτώνεται πια, ανεξαρτήτως του είδος των κομμουνιστών. Την αθανασία την έχουν κερδίσει με το έργο τους…
Τις δύσκολες εκείνες στιγμές του πολέμου, όπως πολλοί άλλοι και ο καθένας από την δική του σκοπιά,  ο Γρηγόρης καλέστηκε να δώσει έναν αγώνα για τη Μειονότητα και τον έδωσε. Με την καρδιά του γεμάτη αγάπη για τον τόπο του.

Τις τελευταίες στιγμές προτού οι δήμιοι του πάρουν τη ζωή, αφού πρώτα είχαν ορμίσει επάνω του γεμάτο μίσος κατασπαράζοντας τις σάρκες του σαν τα όρνια, ο Γρηγόρης Λαμποβιτιάδης απέδειξε και άλλα μια φορά πόσο πιο ανώτερος ήταν από τους δήμιους του. Η ψυχή του δεν κυριεύτηκε από εχθρότητα και μίσος αλλά από αγάπη. 
Την ύστατη εκείνη στιγμή της ζωής του με όλη τη δύναμη, που του είχε μείνει, φώναξε «Ζήτω!» Και «ζήτω» φωνάζουν μόνον οι πραγματικοί ήρωες.
 Έγινε με τάφο. Με όνομα. Στο κοιμητήριο, κάτω από το βλέμμα του Αγίου Βλάση. Απέναντι από τα πανάρχαια, χαρακτηριστικά και λεβέντικα σπίτια του χωριού του. Δίπλα στην αγαπημένη του σύζυγο, τη Μαρία Λαμποβιτιάδη. Την Σπαρτιάτισσα ηρωΐδα. Τη Σουλιώτισσα. Την Βορειοηπειρώτισσα ηρωΐδα

Ήρθε το ζεύγος Λαμποβιτιάδη να κερδίσει αυτά τα «προνόμια» ύστερα από πολλές δεκαετίες. Γιατί, όπως γνωρίζουμε,  το δικτατορικό κομμουνιστικό σύστημα, κι αυτά τα «προνόμια» τα απαρνιούνταν στους δηλωμένους εχθρούς του. Τους άφηνε χωρίς τάφο. Χωρίς όνομα. Χωρίς κανένα ίχνος. Όπως το Γιώργο και τη Μαρία Λαμποβιτιάδη. Όπως δεκάδες και εκατοντάδες άλλους, που σάπισαν, που τυραννήθηκαν με τους πιο απάνθρωπους τρόπους και πέθαναν στις μεσαιωνικές  φυλακές αυτής της χώρας. Που τους σκότωσε, με το μόνο αμάρτημα, που ήταν Έλληνες. Πραγματικοί Έλληνες. 
Έτσι δολοφόνησαν και το Γρηγόρη το Λαμποβιτιάδη. Γιατί ήταν πραγματικός Έλληνας. Με καρδιά και με ψυχή. Και τον άφησαν οι δήμιοι, τρεις μέρες άταφο. Με το σώμα του κατακρεουργημένο. Με τα μυαλά του κεφαλιού  σκορπισμένα από τις ριπές των όπλων. Με το κεφάλι αποκομμένο από το άλλο σώμα. Να τον έβλεπαν οι άλλοι και να κατατρόμαζαν. Να το μάθαιναν οι Βορειοηπειρώτες και να γίνονταν είλωτες. Να  υπέκυπταν  στις  δικτατορικές κομμουνιστικές μεθόδους, που μεταχειρίζονταν για να επιβίωνε το κάλπικο σύστημά τους.
Ύστερα από μεγάλες έρευνες και προσπάθειες, ρωτώντας αυτόπτες μάρτυρες, ο γιος του Γεώργιος Λαμποβιτιάδης, μπόρεσε να εντοπίσει τα οστά των γονέων του. Και  τα μετέφερε στο χωριό τους. Να ησυχάσουν. Να μείνουν, από δω και στο εξής, δίπλα ο ένας στον άλλον. Για να μην τους χωρίσει πλέον κανείς.

Η ταφή των οστών στον μαρμάρινο λουλουδοσκεπασμένο και στεφανωμένο τάφο, έγινε  ακολουθώντας όλο το μυστήριο μιας κηδείας. Της κηδείας που έπρεπε να τους είχε γίνει εδώ και χρόνια.
Λίγη αξία, λίγη συμπόνια, λίγο σεβασμό για τα χαμένα τους νιάτα, ζητούν οι εθνομάρτυρές μας. Ας τους τα δώσομε. Τα αξίζουν.
Τα ανδραγαθήματά τους δεν έχουν ανάγκη ενός τέτοιου μνημείο, γιατί ακτινοβολούν από μόνα τους Το δικό μας χρέος είναι διπλό. Να σταθούμε τίμια στους τίμιους αγωνιστές, ιδιαίτερα σήμερα στους δύσκολους καιρούς του εθνικού μας βίου. Μας χρειάζεται σήμερα, όσο ποτέ άλλη φορά, η λεβεντιά και το αγωνιστικό σθένος του Γρηγόρη Λαμποβιτιάδη.

(από συνεργάτη μας στη Β. Ήπειρο)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου