Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Η ομιλία του Κώστα Μίσιου, υιού του εκτελεσθέντος Ευάγγελου Μίσιου στις 2-8-1943, στην επετειακή εκδήλωση της Βραχογοραντζής


Εκ των προτέρων επιτρέψτε μου να ευχαριστήσω θερμά από καρδιάς και ψυχής εσάς που οργανώσατε την εκδήλωση για την ανάμνηση αυτού του τραγικού και αποτρόπαιου εγκλήματος από τους άσπονδους εχθρούς του έθνους μας. Ένα γεγονός το οποίο δεν θα περάσει ποτέ στη λήθη της εθνικής μας ιστορίας.
Σας συγχαίρουμε και θα είμαστε δίπλα σας στις ίδιες επάλξεις για να έχει ελεύθερη φωνή η Ρωμιοσύνη.

Εμείς τα παιδιά τους ποτέ δεν τους ξεχάσαμε παρόλο που δεν προλάβαμε να τους γνωρίσουμε. Δεν γνωρίσαμε πατρική αγκαλιά, στοργή και χάδια. Δεν γευτήκαμε τον ίσκιο και το θάρρος του πατέρα. Τριών χρονών εγώ και δύο ο αδελφός μου. Και τι να θυμάται ένα μωρό. Μόνο μια σκιά που έρχεται από το παρελθόν εκείνης της μαύρης Δευτέρας.

Έχω στα μάτια μου σαν σε ανταριασμένο τοπίο να περνάν από μπροστά μας στις πλάτες και στα χέρια των μαυροφορεμένων γυναικών ένα θεριό παλικάρι. Ήταν η γιαγιά μου, η μάνα μου και οι θείες μου που τον ξάπλωσαν στη χωματένια στρώση του σπιτιού και ξέσπασε το μοιρολόι ανατριχιαστικά. Αργότερα εξηγήθηκαν τα πάντα. Σφίξαμε την καρδιά μας και συνειδητοποιήσαμε τη πατρική μας ορφάνια.

Ξεχασμένοι από κοινωνίες και κυβερνήσεις μεγαλώναμε χωρίς την φροντίδα κανενός. Κανείς δεν νοιάστηκε να ρωτήσει αν ζούμε και πως. Το καθεστώς του Χότζα σε όλη την διαδρομή της μαύρης του ιστορίας ήταν απόν. Η προστάτιδα μας η μητέρα πατρίδα  αν και δυο βήματα δίπλα μας και αυτή δεν μας στάθηκε γιατί βγήκε από τον πόλεμο με βαριές πληγές. Δεν μας δικαίωσε ποτέ για τους αγώνες των γονιών μας το 1940 που ήταν η αφορμή της εκτέλεσης τους από τους Ιταλούς.

Οι μανάδες μας, αυτές οι ηρωίδες, οι αγωνίστριες, πήραν την τύχη μας στα χέρια τους και μας μεγάλωσαν παληκαρίσια. Η μητέρα μας έχοντας τη φροντίδα της Μεγαλόχαρης που μας κρατούσε κάτω από τη σκέπη της, ανέλαβε σκληρά το δύσκολο στρατοκόπι, το δύσκολο ανηφόρι της ζωής. Σαν οι Καρυάτιδες που κρατάνε στα κεφάλια τους τον Παρθενώνα, μας μεγάλωσαν και μας γαλούχησαν με τα υψηλότερα ιδανικά της Ρωμιοσύνης. Γιατί και οι πατεράδες μας εδώ σε αυτή τη ρεματιά φώναξαν σθεναρά για την Ρωμιοσύνη καταπίνοντας τις σφαίρες.

Τρέξαμε για να δικαιωθούμε από το σύστημα που έφυγε ανεπιστρεπτί. Συγκρουστήκαμε με πολιτικές και ιδεολογίες και καταλήξαμε να μας κυνηγάει ο ταξικός πόλεμος. Δεν πτοηθήκαμε όμως. Αγωνιστήκαμε σκληρά για να δικαιωθούμε και πάντοτε τις πόρτες τις βρίσκαμε κλειστές. Δεν υπήρχαν αυτιά να μας ακούσουν. Ακόμα και τα στελέχη που έρχονταν από την ίδια μήτρα έκλειναν τα αυτιά τους μη θέλοντας να ακούσουν. Θέλανε να μας επουλώσουν τις πληγές με αυτό το μνημείο που το οικοδόμησαν όπως κι όπως.

Αλησμόνητε πατέρα μου και εσείς όλοι που είχατε την ίδια τύχη, προσκυνώ τον Παντοδύναμο να μας δώσει την οικονομική άνεση να σηκώσουμε ένα μνημείο κολοσσό, εδώ σε αυτή τη θέση για να απαθανατίσουμε την ιστορία σας.

Στους γάμους και στα πανηγύρια όταν το κλαρίνο του αείμνηστου Θωμά Μάντη αηδονολαλούσε παραπονιάρικα το μοιρολόι, έφτανε ο πόνος στο αποκορύφωμα. Με τον Θωμά τα λέγαμε και κλαίγαμε «σαν τη μαύρη εκείνη την Δευτέρα ποτέ να μην έρθει τέτοια μέρα, που οι μπαλίστες τα σκυλιά μας εσκοτώσαν τα παιδιά».
Ο Μέτζιο Μπέης ο σκύλος ο Κατσούκης και οι άλλοι που είχαν σκοπό να εξοντώσουν το βορειοηπειρωτικό στοιχείο δεν μπόρεσαν να το πετύχουν. Σκότωσαν και έκαψαν με τη βοήθεια των Ιταλών. Κάνανε όμως λάθος στους λογαριασμούς τους. Νόμισαν πως με το κόψιμο ενός δένδρου θα ριμάξει ο τόπος. Το δένδρο έχει ρίζες και άπλωσε και έβγαλε βλαστάρια και γέμισε  ο τόπος πρασινάδα.

Θα ήθελα τέλος να απαγγείλω ένα ποίημα που έγραψα στη μνήμη του πατέρα μου:

Όταν οι σφαίρες άδικα τρυπούσαν την αγνή καρδιά σου,          
τα τρυφερά σου στήθια,
Έτυχε στον κόρφο σου η γαμπρική σου φωτογραφία,                   
το μόνο ενθύμιο της μικρής σου ζωής.
Αν ζούσε επιτέλους κι αυτή, να θυμόμασταν το ελάχιστο της ύπαρξης σου, 
θα καμαρώναμε τη χάρτινη ομορφιά σου.
Η τύχη όμως διαφώνησε με απονιά και για ‘σένα και για μας.

Μετά την εκτέλεση έρχεται ο πρώτος κρατώντας στο ένα χέρι το πιστόλι 
και στο άλλο πέτρες, αχόρταγος να σου μετρήσει χαριστική βολή.
Διέκρινε το σχήμα της μέσα από το πουκάμισο σου, το νόμισε πορτοφόλι και έσκυψε να δει.
Απλώνει τα αιμόπληκτα χέρια του και βγάζει από τον κόρφο σου εσένα και τη μάνα μου μαζί.
Είχε πάρει το χρώμα του γαρύφαλλου, 
είχε αμέτρητες τρύπες από το σφαιροκόπι
έμοιαζε ρημαγμένη προτομή που την στοχεύουν σε γυμνάσια οι φαντάροι.
Αγριεμένος ο φονιάς, ο λεηλάτης, επειδή δεν βρήκε τίποτα να αρπάξει, κομμάτια την έκανε και την σφεντόνισε πάνω στο πρόσωπο σου.
Μαζί με εσένα σκότωσε και αυτή.

Καημό μεγάλο έχω βρε πατέρα,                                                
δεν σου γνωρίζω λεβεντιάς μορφή.
Ρωτάω τους συντρόφους της γενιάς σου                                    
και όλοι μου λένε πως ζεις.
Βγάλε τον πόνο σου μου λεν, αν έχεις πόνο,                              
στον πατέρα σου μοιάζει το δικό σου παιδί!



Σημείωση: Με το πέρας της εκδήλωσης το Κόμμα των Ελλήνων καθιέρωσε την επέτειο της 2ας Αυγούστου 1943 ως ημέρα Βορειοηπειρωτικής Νεολαίας, τιμώντας την μνήμη των 25 νέων που εκτελέσθηκαν εκείνη την ημέρα για την προσήλωση τους στο ελληνικό έθνος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου