Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Την εποχή της παλαιότερης τυραννίας, επί Αχμέτ Ζώγκου

Γράφει ο Αριστείδης Ιασωνίδης

Ο θείος μου Σπύρος Πάρας από την Πολύτσανη ήταν φημισμένος επαναστάτης. 
Την νεαρή ηλικία την πέρασε στην ξενιτιά, Αμερική και Κωνσταντινούπολη και «είχε φάει τα χάλια της ξενιτιάς με τη χούφτα». Πήρε ενεργό μέρος στον καιρό της αυτονομίας και στη σχολική απεργία και πριν στους Βαλκανικούς πολέμους. 
Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο εγκαταστάθηκε μόνιμα στη γενέτειρά του Πολύτσανη.

Ήταν διάσημος λαϊκός ποιητής και άριστος μελισσοκόμος. Στις φλέβες του κυλούσε ελληνικό γνήσιο αίμα. Ήταν πατέρας του αείμνηστου Μηνά Πάρα, του ήρωα της επόμενης δικτατορίας (Χότζα).

Όταν ερχόταν στο σπίτι μου ή εγώ πήγαινα στο δικό του, αρχίζαμε την κουβέντα και διάφορα ιστορικά γεγονότα και διάφορα συμβάντα που είχε περάσει στη ζωή του. Εγώ, σαν νεαρός που ήμουν, 20-25 ετών, και πολύ περίεργος για γεγονότα, τον άκουγα με προσοχή και έκανε ερωτήσεις για ιστορικά γεγονότα. Αυτός αμέσως μου απαντούσε σαν καλός παιδαγωγός.
Εγώ βαστούσα μαζί μου ένα σημειωματάριο και βαστούσα εν συντομία σημειώσεις για κάθε ιστορικό που μου διηγούνταν. Τώρα κάνω ανασκαφές στο ημερολόγιό μου και τα βρίσκω.
Ένα συμβάν που μου έκανε περισσότερη εντύπωση ήταν μια δεξίωση στο σπίτι του αείμνηστου γιατρού Γρηγόρη Κιτσάτη τον καιρό της δικτατορίας του Αχμέτ Ζώγκου.

Ο διάσημος γιατρός, ο αείμνηστος Γ. Κιτσάτης από την Πολύτσανη, ήταν μια σπάνια προσωπικότητα στα περίχωρα Πωγωνίου, Ζαγοριάς και Αργυροκάστρου. Ήταν Έλληνας στο κόκαλο και πρόσφερε πολλά για τον Βορειοηπειρωτικό Ελληνισμό.

Ήταν 25 Μαρτίου, του Ευαγγελισμού και η επέτειος της εθνικής γιορτής της μάνας μας πατρίδας, της Ελλάδας. Ο αείμνηστος γιατρός Γ. Κιτσάτης αυτή την άγια μέρα, με ιστορικό χαρακτήρα, κάλεσε τους συγγενείς, γείτονες και πιστούς φίλους, όπως τους Σπύρο Πάρα, Σ. Κορκάρη, Φ. Γκριμπίζη, Π. Λέκκα, Π. Νάνο, Σ. Γκιούλη, Γ.Φώτο, Θ.Τέρπο, Σ. Ζώτο. Β. Τζέλιο, Ζ. Χατζή, Μ. Παπαγιάννη και πολλούς άλλους συγχωριανούς, τον πρόεδρο της Κοινότητας, τους δασκάλους και τους παπάδες του χωριού. Κάλεσε και το διοικητή της τοπικής αστυνομίας, που δεν πήγε, διότι είχε κάποια «επείγουσα» υπηρεσία

Η προετοιμασία ήταν εξαιρετική. Με καλούς παραδοσιακούς μεζέδες και τσίπουρο από το μοναστήρι της Τσάτιστας, κρασί σωπικιώτικο, ούζο 12, ερχόμενο λαθραία από τα Γιάννενα. Στην έναρξη της δεξίωσης μίλησε ο οικοδεσπότης Κιτσάτης. Τους καλωσόρισε και ευχήθηκε για τις δύο γιορτές.
Το γλέντι άρχισε και φούντωσε πριν τα μεσάνυχτα. Τραγουδούσαν τραγούδια ιστορικά, επαναστατικά, λαϊκά και λιανοτράγουδα. Επάνω στην κορύφωση του γλεντιού σηκώθηκε ο μπάρμπα Σπύρος Πάρας στο πόδι και πήρε τον ελληνικό ύμνο. Όλοι τον συνόδεψαν στο τραγούδι και άρχισαν τα χειροκροτήματα και ο ενθουσιασμός έφτασε στο κατακόρυφο.

Ο διοικητής της αστυνομίας, που το γραφείο του ήταν κοντά στο σπίτι του Γ. Κιτσάτη, άκουσε τη μεγάλη χλαβοή και τον ελληνικό εθνικό ύμνο και τον έπιασαν τα δαιμόνια. Αφήνοντας την επείγουσα υπηρεσία, φώναξε τον σωματοφύλακα αστυνόμο. Πήρε τις χειροπέδες και το περίστροφο και πάει στο σπίτι του γιατρού Κιτσάτη. Άνοιξε την πόρτα Άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο της υποδοχής, όπου γινόταν το γλέντι. Δεν είπε ούτε καλησπέρα κι ούτε ευχήθηκε για τις γιορτές. Ο Σπύρος Γκιούλης αμέσως ξεκρέμασε το όπλο από την κρεμάστρα και το πήρε στο χέρι για ετοιμότητα. Ο Σπύρος κρατούσε όπλο, γιατί ήταν αγροφύλακας. 

Ο διοικητής με ύφος νευρικό ρώτησε: «Ποιος πήρε πρώτος τον ελληνικό ύμνο;». 
Ο μπάρμπα Σπύρος Πάρας αμέσως σηκώθηκε «φούρκα» στο πόδι και του απάντησε: 
«Εγώ κ. διοικητά!».
Ο διοικητής του λέει: «Έλα τώρα στο τμήμα». 
Ο μπάρμπα Σπύρος του λέει με τρόπο ήρεμο κρατώντας το ρακοπότηρο γεμάτο στο χέρι: «Θα ΄ρθω σύμφωνα με το νόμο σας, αλλά πρώτα θα σας πω δυο λόγια. Πάρε ένα κρασοπότηρο με ούζο 12 να τα τσουγκρίσουμε και έπειτα βλέπουμε». Κι έτσι έγινε. 
Ο μπάρμπα Σπύρος του λέει με σπαστά αλβανικά: «Κύριε διοικητά, αν εσύ ήσουν στο χωριό σου, σε μια δεξίωση με φίλους και συγχωριανούς σου, στο γλέντι επάνω θα έπαιρνες τον εθνικό ύμνο της πατρίδας σου;» 
Ο διοικητής του απαντά: «Βεβαίως και θα τον έπαιρνα». 
« Ε, τότε τι μας λες», του απάντησε ο μπάρμπα Σπύρος. 
Ο διοικητής κατάπιε το κρασοπότηρο με το ούζο μονορούφι.
Ο Φώτος Γκριμπίζης πήγε κοντά στο μπάρμπα Σπύρο και του λέει σιγανά: «Αχ, τι του έκανες. Αυτός είναι παλιοτόμαρο, κέρατο βερνικωμένο». 

Ο γιατρός Κιτσάτης σηκώθηκε και πήρε το τραγούδι του Τσιαγιούπη στα αλβανικά που το τσάκιζε ο Κίτσιος Παπίγγης. «Μουσουλμάνοι και χριστιανοί είμαστε άσχημα πολύ. Να σηκωθούμε όλοι γέροι και παιδιά για λευτεριά». Τότε κάπως ηρέμησαν τα αίματα. 

Ο Διοικητής έριξε ένα κρασοπότηρο με ούζο και άνοιξε το παράθυρο, πέταξε τις χειροπέδες έξω, πυροβόλησε 2-3 φορές στον αέρα και κάθισε κοντά στον Κιτσάτη και στο μπάρμπα Σπύρο. Το γλέντι φούντωσε ξανά και συνεχίστηκε ως τα μεσάνυχτα. Ο Διοικητής έπινε το ούζο ανέρωτο, σάμπως να ήταν νερό. Έτρωγε τους μεζέδες σαν λιμασμένος. 
Στο τέλος μέθυσε και μπέρδεψε τη γλώσσα του.
Την επόμενη ο διοικητής και οι αστυνομικοί κάθονταν σαν κότες βρεγμένες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου