Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Να γνωρίσουμε τους αγωνιστές της Βορείου Ηπειρου: Ο Θύμιος Λιώλης


Ο  ΘΥΜΙΟΣ  ΛΙΩΛΗΣ  ΚΑΙ  Η  ΝΙΚΗ  ΤΟΥ  ΣΤΟ  ΣΑΛΙ ΒΡΑΝΙΣΤΙ
(Με την ευκαιρία της μάχης της  Παπαράχης)

Στα χρόνια του χαλασμού ήρθες στην ζωή εκεί ψηλά στην Κρανιά,
Το Βούρκο  αγνάντευες, χαιρόσουν, ασπίδα γινότανε η δική σου καρδιά.
 
Άτυχος Οδυσσέας της θάλασσας-Βούρκου έγινες με βάρκα δίχως πανιά,                
Τότε ξεψυχούσε η Τουρκιά κι εμάς ξεχρέωνε με αδικίες και σκλαβιά.
 

Κι αν αμούστακος  δεν άντεξες, θύμωσες, αγρίεψες κι αναστατώθηκες,
Πυρκαγιά σου άναψαν ο Μήτρος Παπάς, ο Θωμάς  Σπύρος και υψώθηκες.              

Στην παλιά τη Ματομάρα για πρωτιά έκαμες το πρώτο σου καρτέρι,           
Σωριάστηκε  από τ’ άλογο ο  αγάς, αφού βόησε το δικό σου μαλιχέρι.
 
Στους μπέηδες μπήκε ο πανικός,  στους αγάδες φώλιασε ο τρόμος,                         
Ένιωσαν να τους αλλάζεις το φως, όπου πήγαιναν άλλαζαν δρόμους.
Την Άνοιξη του 1904 πήγες Μακεδονία, σε κάλεσε ο Παύλος Μελάς,           
Για τον εικοσάχρονο Θύμιο Λιώλη, η Πατρίδα είναι πάνω απ’ όλα.  
 
Από κανέναν δεν πήρες διαταγή, η καρδιά ψιθύρισε, σε θέλει η Ελλάς,          
Στο στήθος σου δεν κρεμάστηκαν παράσημα, αλλά φαρέτρες και όπλα.
Τους Λιωλαίους ξεσπίτωσαν απ’ την Κρανιά, αποφάσισαν τα δικαστήρια,         
Πίστεψαν ότι έτσι θα σε φοβέριζαν, θα σε τσάκιζαν μ’ αυτά τα τεκμήρια.
 
Έφυγε η Τουρκιά, η  Αλβανία ζούσε την μεγαλύτερη ακυβερνησία,                   
Αναπνοή ζητούσε η φτωχολογιά, στους μπέηδες σύμφερε η αναρχία.             
Πικρή η ζωή,  πολλές οι κλεψιές των λάμπηδων οι φανφάρες,         
Αυτά  σε αντρείωσαν, σ’ έκαμαν παλικάρι δεν ήταν για σε χαζομάρες.                      
 
Έκλεβαν τα αιγοπρόβατα, άρπαζαν τα άλογα, εκεί αλλού τα βόδια,
Οι ψευτοπαλληκαράδες πριν πέσουν τα χαράματα το ‘βαζαν στα πόδια.
 Σε γνώρισε  η Λαμπουριά, που ξέρουν τίνος σόι είναι τα παλικάρια,                
 Τα καμώματά σου έμαθε η κλεφτουριά, τους έτρεμαν χέρια, ποδάρια.
 
Στους ξελογαριασμούς  δεν ήσουν μόνος, είχες κι  άλλα παλικάρια,
Ο Γέννης, ο Χρήστος και Γιώργος Μπάμπης βάδισαν στα δικά σου αχνάρια.        
Βοήθησες παντού, όπου άκουγες αδικίες, ανήγε η γης κι εσύ φανερώσουν,             
Στο Βούρκο και σ’ όλα τα ελληνοχώρια έτρεχαν να σε καμαρώσουν. 
 
Σου ζήτησαν βοήθεια και εσύ έτρεξες  στην Τζάρα, στο Μουρσί,               
Κοπάδια γιδοπρόβατα, βόδια και άλογα επέστρεφαν στo μαντρί.
Ελληναράς μεγάλος ήσουν Καπετάνιε Θύμιε, βουρκάρικο παλικάρι, 
Την Κυριακή τον καφέ έπινες στο Δέλβινο, στη μέση στο παζάρι. 
   
Εκεί  έπιναν και οι μπέηδες, εκεί γλεντούσαν καμαρωτά και οι αγάδες,
Με το κεφάλι ψηλά, όλους τους τρέλαινες τους έβανες σε μπελάδες.
Αυτοί πολλές φορές δοκίμασαν εσένα, Καπετάνιε, να  σκοτώσουν,
Τόσους και τόσους χαφιέδες πλήρωσαν το δρόμο να σου κόψουν.   
 
Πάντα επέστρεφες αήττητος, περήφανος, είχες την Παναγιά μαζί σου,
 Έλεγαν έχεις το Τίμιο-ξύλο, ριζωμένο βαθιά στην ψυχή σου.
Άλλες φορές έστειλαν τους χωροφύλακες, εσένα να πιάσουν,
Να σε δικάσουν ποθούσανε,  στα κάτεργα βαθιά  να σε μπάσουν. 
 
 Ποτέ όμως δεν μπόρεσαν,  γύριζαν στ’ αφεντικά τους ντροπιασμένοι, 
 Οι φτωχοί σε βοηθούσαν, μέσα στις καλύβες τους σε είχαν κρυμμένο.
 Όταν χρειάστηκες ψωμί, από τη δική τους μπομπότα σε θρέψανε,
Στη ζεστή αγκαλιά τους σε κρατούσαν, ποτέ δεν σε προδώσανε.
 
Και με τις βάρκες λάκτισες, στης Μπίστρισσας τα παρακλάδια,
Φόρεσες και ρούχα γυναίκας, για να μη σε γνώριζαν τα ρημάδια.
Από το άλογο σου δεν χωρίστηκες, ήσουν τρελός καβαλάρης.
 Εδώ νύχτωνες και αλλού ξημέρωνες κι αυτοί σε είπαν παλικάρι.
 
Κρυψώνα σου ήταν το ηρωικό Πάλι, το Μαύρο, η Ζορκάδα,
Οι σκλήθρες, τα λόγγα του Βρυωνιού, τα φοινικιώτικα χαλίκια,
Η Αρδάσοβα, το Κουρσί, ο Άγιος Στέφανος και η Ματομάρα,
Το Χούστοβο, η Τσούκα, το Μετόχι και η απόμακρη Στρέκα.
 
Χόρευες άριστα, πρώτος  πάντα και στα βουρκιώτικα γλέντια,       
Ρακή με την κούπα, μέγας-αρχηγός ήσουν και στην κουβέντα.  
 Όλοι θαύμαζαν το χορό στη Σερονιά,  Άγιο Μάμα, Κρανιά
Με τα λιανοτσακίσματα στα ηπειρώτικα, τα παλικαρίσια του Μοριά.
 
Ο βασιλιάς Ζώγκου της Αλβανίας μια μέρα  έβγαλε διαταγή:
«Πιάστε μου το Θύμιο Λιώλη θέλω να τον χώσω φυλακή».
Χαρά που είχαν οι μπέηδες, να έβλεπες χαρά οι αγάδες,
Τρόμος στους Βουρκάρηδες, στους Γκρέκο Ρωμιούς ραγιάδες.
 
Έστειλαν τον αρχικλέφτη που τον είχαν για πρώτο παλικάρι,   
Το Σαλί Βρανίστι της Λαμπουριάς, το δικό τους το καμάρι.
Μπέηδες κι αγάδες στο Δέλβινο του ‘ταξαν πουγκιά με γρόσι,
Του ζήτησαν, στον Βούρκο μας τους νόμους να εφαρμόσει.
 
Ταχιά πρωί ξεκίνησε καμαρωτά σχίζοντας στην μέση το Βλαχάτι,
Έχει και εδώ κλεισούρες, είπε, φοβήθηκε το δικό τους εβλιάτι.
Καβαλίκεψε και, στην Παπαράχη ανηφόρησε, ανέβηκε ψηλά,  
Να ‘βαζε παντού το νόμο, του είχαν πάρει αέρα τα μυαλά. 
   
 Αφού αγνάντεψε από άκρη σ’ άκρη του Βούρκου τα χωριά,
 Θα βάλω το νόμο, κοκορεύτηκε, στο Βουρκάρη το ραγιά.
Πού είσαι Θύμιο Λώλη, είπε μεγαλοφώνος, να με δεις, να σε δω,
Τώρα θα με δείτε όλοι σας και θα μάθετε  ποιος είμαι εγώ.
 
Από στόμα σε στόμα μαθεύτηκε η είδηση  σ’ όλα τα χωριά,
 Πως ερχόντουσαν ο Σαλί Βρανίστι με μαλιχέρι και ντογκρά.
Προσεύχονταν οι παπάδες, στις εκκλησιές έκαναν το σταυρό τους,
Ο Μεγαλοδύναμος Θεός  να βοηθήσει τον άνθρωπό τους.
 
Το ‘μαθε ο Θύμιος  στην Ματομάρα έτρεξε, διάλεξε μια κουφαλιά,
Αφού μέτρησε και σημάδεψε είπε, εδώ σε περιμένω  τουρκαλά.
Να  με γνωρίσεις καλά ποιος είμαι και πάντα να με θυμάσαι,
Στον ύπνο σου θα με βλέπεις  και  δεν θα μπορείς να κοιμάσαι.
 
Βουρκάρης είμαι και τον τόπο μου υπερασπίζω, το ‘χω για καμάρι,
Τα κλέφτικα χρόνια σας έφυγαν, εδώ θ’ αφήσεις το σάπιο σου τομάρι.
Σήκωσε το όπλο και το αλάθευτο μάτι του Θύμιου  σημάδεψε καλά,
τα ‘χασε  ο  Σαλί Βρανίστι του κόπηκαν ποδάρια και φτερά.
 
Κουράγιο προσπαθεί να δώσει στους δικούς του ντερντεμένους,
Ό,τι και να πράξει δεν μπορεί να κρύψει ότι είναι ντροπιασμένος.
Αθόρυβα, στα κλέφτικα, δραπέτευσαν καβάλα στ’ άλογα τους,
 Όλη τη νύχτα πανικόβλητοι τρέχανε  να φθάσουν στα χωριά τους.
 
Απίστευτο και όμως αληθινό, όπως το λέει και ο φιλόσοφος λαός,
Δεν πίστευαν ότι «στο μικρό βάτο κρύβεται μεγάλος λαγός».
Κρίμα  Σαλί  στ’ άρματα σου, κρίμα και στα νταρνταρούκια
Κούφιες οι ντουφεκιές και οι παινεσιές και σάπια τα παλούκια.
 
 Τα μάτια τους έτριβαν οι μπέηδες, δεν πίστευαν  οι αγάδες,
 Άρχισε η κατηφόρα τους ενώ ονειρεύονταν να γίνονταν πασάδες.
Μεγάλωσε το όνομά σου, το παραδέχτηκαν  εχθροί και φίλοι,
 Τη δική σου λεβεντιά, την αληθινή δική σου παλικαροσύνη.
 
Αναγκάστηκες και έφυγες, στην Ελλάδα βρήκες τη λύση,
Οι Λιωλαίοι πλήρωσαν απ’ την κομμουνιστική «δικαιοσύνη».
Το βρήκαν τι έφταιγε.  Για όλα εσύ «έφταιγες» και, τι δεν είπαν 
Μόνο ν’ άκουγες, πόσα σου μέτρησαν,  κοντοχωριανοί και ξένοι .
 
Για εκείνα τα χρόνια εσύ «έφταιγες»,  μεγάλε Θύμιο Βουρκάρη,
Σαράντα χρόνια αχόρταγοι εσύ «έφταιγες», ο Θύμιο παλικάρι. 
Εσύ «έφταιγες» και σε βρίζανε στις συγκεντρώσεις, στα πανηγύρια, 
Να ‘βλεπες  πως κοκορεύονταν στα ξεσκισμένα τους τσαντίρια. 
 
Στα χρόνια τους το ‘παιζαν αθεόφοβοι, έβριζαν  Χριστό και Παναγιά.
Ενώ τώρα  πέντε φορές κάνουν το σταυρό τους, οι άλλοι μια φορά.    
Τώρα σε «χόρτασαν» ροδοπέταλα  και μεθούν στο όνομά σου,
Όλοι  συμφεροντολόγοι, παίρνουν τις στροφές όπως φυσάει ο αέρας.
 
Τώρα όλοι μας, Θύμιο, σε εκτιμήσαμε, σε βάλαμε στη θέση που σ’ ανήκει,
Το έργο σου έγινε δάδα και φέγγει στους νέους να πάνε από νίκη σε νίκη.
Το όνομα και το έργο σου δεν χάθηκαν, τοποθετήθηκαν εκεί που πρέπει, 
Είσαι ο μεγαλύτερος Βουρκάρης και ο Θεός ξέρει καλά που σ’ έχει . 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΗΜ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ
    Ραχούλα  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου