Ο επιθετικός προσδιορισμός κουτσοβλαχικό παράγεται από το σύνθετο όνομα Κουτσόβλαχος, του οποίου το πρώτο συνθετικό είναι το επίθετο κουτσός και το δεύτερο το ουσιαστικό Βλάχος. Όσοι θεωρούν ως πρώτο το συνθετικό το τουρκικόkucuk (=μικρός) λησμονούν ή αγνοούν ότι οι Κουτσόβλαχοι κατοικούν αδιάλειπτα στην Μεγάλη Βλαχία (Θεσσαλία-Βυζαντινό θέμα Ελλάδος).
Ο Βυζαντινός Χρονογράφος Νικήτας Χωνιάτης γράφει: «επί δε τούτοις και άλλος τις τα Θετταλίας κατέχων μετέωρα (=ορεινά), νυν Μεγάλη Βλαχία κικλήσκεται, Τοπάρχης ήν των εκεί».
Δεύτερος Βυζαντινός Χρονογράφος, ο Γεώργιος Παχυμέρης, σύμφωνα με του εκρουμανισμένου ακαδημαϊκού P. Papahagi, δέχεται την αυτοχθονία και την ελληνικότητα των Βλάχων της Θεσσαλίας, τους οποίους αποκαλεί Μεγαλοβλαχίτες: «….τους γαρ το παλαιόν Έλληνας, ους Αχιλεύς ήγε, Μρεγαλοβλαχίτας καλών επεφέρετο….».
Αφετηρία της λέξεως Βλάχος είναι το εθνωνύμιο μιας κελτικής φυλής, γνωστής στον Στράβωνα ωςΟυόλκαι και στον Καίσαρα ως Volcae. Είναι οι πρώτοι λατινόφωνοι, τους οποίους τα γερμανικά φύλα γνωρίζουν και διαδίδουν το όνομά τους κατά μήκος κατά μήκος των συνόρων της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με την σημασία του λατινόφωνου. Ιχνηλατείται δε από την Βρεταννία και το Βέλγιο, όπου αντίστοιχα επιβιώνουν οι Ουαλλοί και οι Βαλλώνοι, έως τον Ελλήσποντο, στον Γαλατά της Κωνσταντινουπόλεως, του οποίου οι κάτοικοι Γενουάτες λόγω ιταλικής γλώσσας λέγονται Βλάχοι!
Η λέξη Βλάχος δεν αποτελεί προνόμιο των χρηστών λατινικής γλώσσας. Με σημασιολογική μεταβολή γίνεται συνώνυμη των λέξεων βοσκός, κτηνοτρόφος. Ως προς τον χρόνο παρουσίας οι απόψεις των ειδικών διίστανται, ιδίως μεταξύ Ρουμάνων. Κατά τον V.Bulgaru η νέα σημασία σημειώνεται τους ζ-θ (7-9) αιώνες, ενώ κατά τον Poghirc είναι ταυτόχρονη με την γένεση των Βλάχων, δηλαδή οι έννοιες βοσκός-κτηνοτρόφος είναι συνακόλουθος της αναλήψεως υπηρεσίας προς φύλαξη-φρούρηση συνόρων ή οδικών κόμβων. Διότι εκτός των παγίων περιοχών στους οροφύλακες παραχωρείται και εδαφική έκταση για γεωργοκτηνοτροφική εκμετάλλευση.
Στον ελλαδικό χώρο, στον οποίο συμπεριλαμβάνονται ασφαλώς η Βόρειος Ήπειρος έως την Εγνατία οδό, όπως ορίζουν ο Στράβων, ο Προκόπιος, ο V.L. Popovic, οι χρήστες και λατινογενούς γλωσσικού ιδιώματος Έλληνες ονομάζονται Βλάχοι, Κουτσόβλαχοι, Τσιντσάροι… Όμως αυτοί αυτοαποκαλούνται Αρμάνοι (<Α> προθετικό πανάρχαιο ελληνικό και ρωμάνος με πτώση του ω), την δε πατρίδα τους ονομάζουν Αρμανία, όπως αποκαλύπτει ο Α.Α. Vasiliev, ενώ η Στερεά Ελλάδα, η Ρούμελη λέγεται (Ρουμανία (!), σύμφωνα με το Χρονικό του Γαλαξειδίου. Αντίθετα στην πέρα του Δουνάβεως η λέξη romanus καταντά με την έννοια δούλος, το δε σημερινό εθνωνύμιο (Ρουμανία) δεν υπήρξε ποτέ. Διότι η Δακία εγκαταλείφθηκε από τους Ρωμαίους προ της κυκλοφορίας της λέξεως! Δόθηκε υπό την μορφή Ρουμουνία από τον Έλληνα Δανιήλ Φιλιππίδη, θεωρούμενο ως τον πρώτο ιστορικό της. Έτερος ομογενής του, ο μοναχός από την Χίο του Αρχιπελάγους του Αιγαίου Κορέσηςεπανέφερε σε χρήση, αποκαθαρμένο από την υποτιμητική έννοια δούλος, ως εθνικό Ρουμάνος.

Ήδη διερωτάται κανείς που έγκειται το Ζήτημα.Ακριβώς εξ αιτίας της πανευρωπαϊκής επαναστάσεως του Φεβρουαρίου 1848, η οποία εκδηλώνεται και στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, και της επιτακτικής ανάγκης προλήψεως οποιασδήποτε αναμετρήσεως με τις γειτονικές υπερδυνάμεις, Αυστρο-Ουγγαρία και Ρωσία, από τις οποίες οι επαναστατημένοι Βλαχο-Μολδαβοί ζητούν απελευθέρωση αντίστοιχα της Τρανσυλβανίας καιΒεσσαραβίας, οι ιθύνοντες τις δύο Ηγεμονίες επινοούν το λεγόμενο «Κουτσοβλαχικό Ζήτημα», ένα δημιούργημα τεχνητό κατά τον Ιταλό εθνολόγο Giovanni Amadore Virgilij. Ομολογείται άλλως τε από τον Ρουμάνο Μ.Kogalniceanu: «εφευρέθη προς ανατροπήν του ρουμανικού λαού από της περί των Τρανσυλβανία αδελφών αυτών μερίμνης […]. Δια τούτο είναι αναγκαίον επί του παρόντος να διευθύνουμε την προσοχή του ρουμανικού λαού προς την Μακεδονίαν», προς την επικράτειαν του ‘Μεγάλου Ασθενούς’.
Επιδίδονται παντοιοτρόπως στην αλλοτρίωση του ελληνικού εθνικού φρονήματος των Βλάχων-Αρμάνων και την εμφύσηση ρουμανικής εθνικής συνειδήσεως. Διαπράττουν το έγκλημα του Παιδομαζώματος . Αποσπούν ανήλικα Βλαχόπουλα από τις αγκαλιές των μητέρων και τα κλείνουν στο άντρο της προπαγάνδας των Αγίων Αποστόλων του Βουκουρεστίου. Ιδρύουν ρουμανικά σχολεία, τα οποία στελεχώνουν με τους αλλοτριωμένους στους Αγίους Αποστόλους, με τα πρώτα θύματα του Παιδομαζώματος, που ανανήφουν, όταν επιστρέφουν στις γενέτειρές τους και περιφρονούνται από τους συμπατριώτες τους, όπως αποκαλύπτει ο G. Papacostea-Goga. Χορηγούν άφθονες και πλήρεις υποτροφίες και πρωτόγνωρα οικογενειακά επιδόματα. Καταβάλλουν δελεαστικούς μισθούς στους διδάσκοντες, μάλιστα και στους εικονικά υπηρετούντες, διότι δεν έχουν μαθητές. Προσφέρουν εντυπωσιακή και χρηστική ύλη και πρόσφορα εποπτικά μέσα και όργανα διδασκαλίας.
Για την πραγμάτωση της παραπλανήσεως τόσο της κοινής γνώμης της Ρουμανίας όσο και της διεθνούς πλάθονται με επιστημονικοφανή επίφαση τα πλέον απίθανα επιχειρήματα :
I.- Οι Βλάχοι της Μακεδονίας, συνάμα δε και της λοιπής ελληνικής χερσονήσου, αφούαυτοαποκαλούνται Αρμάνοι, όπου λανθάνει ο όρος Ρωμάνοι, είναι Ρουμάνοι, οπότε και επονομάζονται Μακεδο-Ρουμάνοι.
Όμως απορρίπτεται από τους πλέον ειδικούς, μάλιστα Ρουμάνους, και εκρουμανισμένους, όπως οι S.Puscarius, G. Murnu…, ή και διακεκριμένους φιλορουμάνους, όπως ο Κροάτης ακαδημαϊκός P. Skok.
II. Ρουμανική γλώσσα και ρωμανικό ιδίωμα των Αρμάνων δεν διαφέρουν.
Την διαφορά επισημαίνουν σημαίνοντες Ρουμάνοι επιστήμονες, π.χ οι ακαδημαϊκοί A.Procopovici, N.Iorga, Al. Graur. Ο τρίτος, ο πλέον αρμόδιος ως καθηγητής της γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Βουκουρεστίου διαχωρίζει τελείως τη ρουμανική από την αρμανική.
ΙΙΙ. Οι Βλάχοι-Αρμάνοι κατάγονται από Δάκες-Ρουμάνους, επειδή επιδίδονται στην κτηνοτροφία, την οποία δήθεν οι αρχαίοι Έλληνες αγνοούν.
Ασύλληπτες διαστάσεις είχε λάβει η παραγωγή δημοσιευμάτων, που αποσκοπούσαν στο να πεισθούν οι αναγνώστες ότι οι Βλάχοι Ελλάδος δεν είναι αυτόχθονες αλλά επήλυδες. Συνειδητά κολοβούνονται ή παρερμηνεύουν χωρία βυζαντινών χρονογράφων προς εδραίωση θεωρίας περί καθόδου από Δούναβη, Δακία, για την επίτευξη σκοπού πολιτικού μετέπειτα δε και στρατηγικού και διπλωματικού και οικονομικού και δημογραφικού, όπως εκμυστηρεύεται ο Ρουμάνος ακαδημαϊκός G.I. Bratianu.