Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

Λάμπρος Τζαβέλας: « Ας θυσιαστεί και το παιδί μας, Μόσχω, για την πατρίδα»

Από την πρώτη στιγμή ο Αλή Πασάς αποφάσισε να ξεριζώσει αυτό το «αγκάθι», το Σούλι. Και αντί να τους επιτεθεί, με πονηριά, κάλεσε τους Σουλιώτες δήθεν  για βοήθεια στην εκστρατεία κατά του Αργυροκάστρου. Οι Σουλιώτες κατάλαβαν τον δόλο και πήγαν λίγοι, μόνον 70, με αρχηγό τον Λάμπρο Τζαβέλα και το παιδί του τον Φώτο. Λίγο έξω από τα Γιάννενα όμως, κατόρθωσε, ξανά με δόλο, ν’ αφοπλίσει τους Σουλιώτες και να φυλακίσει τον Λάμπρο και τον γιο του και μετά επιτέθηκε στο Σούλι.
  
Οι Σουλιώτες δεν άφηναν ποτέ αφύλαχτα τα χωριά τους. Έτσι όταν έφτασε  ο Αλής εκεί τους βρήκε πανέτοιμους στα ταμπούρια τους να πολεμήσουν. Για να μη πάθει την προηγούμενη πανωλεθρία, ξαναγύρισε άπραχτος στα Γιάννενα και έδωσε διαταγή να φέρουν μπροστά του τον Λάμπρο Τζαβέλα.


- Όπως βλέπεις, του είπε, και εσύ και ο γιος σου βρίσκεστε στα χέρια μου και τίποτα δεν μπορεί να σας σώσει. Υπάρχει ένας μονάχα τρόπος να σώσετε τη ζωή σας. Να μου υποσχεθείς ότι θα προσπαθήσεις να πείσεις τους Σουλιώτες να σταματήσουν τον πόλεμο εναντίον μου. Να δηλώσουν υποταγή κι εγώ σου δίνω το λόγο μου ότι θα σας ανταμείψω πλουσιοπάροχα, με θέσεις και χρήματα.

Ο Λάμπρος  έκανε τάχα πως σκεφτόταν .
- Λοιπόν, τον ρώτησε ανυπόμονος ο Αλή Πασάς.
- Εντάξει, πήρε την απόφασή του ο Λάμπρος. Και τώρα άφησέ μας ελεύθερους  να γυρίσομε στο Σούλι.
- Θ’ αφήσω μονάχα εσένα ελεύθερο, του αποκρίθηκε ο Αλής. Ο γιος σου θα μείνει όμηρος στα χέρια μου. Έτσι και αν με κοροϊδέψεις, θα τον σκοτώσω.
- Σύμφωνοι, δέχτηκε ο Λάμπρος.

Ο Λάμπρος μ’ ένα γοργοπόδαρο άλογο φτάνοντας στο Σούλι, συγκέντρωσε τους  πατριώτες του και αντί να  τους ζητήσει να δηλώσουν υποταγή στον Αλή, έκανε το αντίθετο. Τους ζήτησε να ετοιμαστούν  για να πολεμήσουν με όλες τις δυνάμεις τον τύραννο των Ιωαννίνων.

- Και το παιδί μας; τον ρώτησε με αγωνία η Μόσχω, η γυναίκα του.
- Ο γιος μας θα  θυσιαστεί για  το Σούλι. Αλλά  το αίμα του  παιδιού μας θα  το πληρώσει πολύ  ακριβά.

Και αμέσως έστειλε ένα γράμμα στον παμπόνηρο Αλή. Τον πληροφορούσε πως οι Σουλιώτες δεν θα δηλώσουν ποτέ υποταγή σε οποιονδήποτε τύραννο της πατρίδας τους και ότι από τη στιγμή αυτή ήταν έτοιμοι να υπερασπίσουν μέχρι θανάτου τα άγια χώματά τους.  

« Όσο για τον γιο μου τον Φώτο - τελείωνε το γράμμα του ο Λάμπρος Τζαβέλας - αν δεν δεχτεί με χαρά και υπερηφάνεια να θυσιαστεί για την πατρίδα του, σημαίνει ότι δεν είναι γιος μου, ούτε Σουλιώτης και θα του αξίζει να πεθάνει άδοξα. Μα, αν δεχτεί περήφανα τη θυσία του, να είναι βέβαιος ότι οι Σουλιώτες δεν θα την ξεχάσουν ποτέ και θα εκδικηθούν τον θάνατό του».
 
Αυτό το συγκλονιστικό γράμμα μόνον ένας  Σουλιώτης μπορούσε να το γράψει, μόνον ένας Έλληνας...

Ο Αλής  λύσσαξε από το κακό του, όταν έλαβε το γράμμα του Τζαβέλα και αμέσως ετοίμασε το στρατό του και ξεκίνησε αποφασισμένος να κυριεύσει το Σούλι.

Ήταν Ιούλιος του 1792, όταν οι χιλιάδες Τουρκαλβανοί με επικεφαλής τον ίδιο τον Αλή, πολιόρκησαν τα Σουλιωτοχώρια. Οι Σουλιώτες δεν πτοήθηκαν από την τρομερή δύναμη των αντιπάλων τους. Μπήκαν με θάρρος στη μάχη, αποφασισμένοι να αντισταθούν και να πεθάνουν αν χρειαζόταν όλοι στα ταμπούρια τους με το όπλο στο χέρι. 
Οι βράχοι, τα καταράχια και οι ρεματιές γέμισαν από τον αχό των πυροβολισμών και τις άγριες κραυγές των πολεμιστών. Οι στρατιώτες του Αλή έκαναν το ένα γιουρούσι πίσω από το άλλο, μα οι Σουλιώτες καρφωμένοι στις θέσεις τους, τους υποδέχονταν με βροχή από βόλια σκοτώνοντας τους μισούς και αναγκάζοντας τους άλλους να υποχωρήσουν. 

Μέρα και νύχτα, μέσα στη φοβερή κάψα του ήλιου, οι γυναίκες τους πήγαιναν το λιτό φαγητό τους στα ταμπούρια κι ώσπου να φάνε και να ξαπλώσουν λίγο οι άντρες τους, έπαιρναν εκείνες τα όπλα τους και συνέχιζαν τη μάχη. 
Πρώτη απ’ όλες η Μόσχω, πότε πολεμούσε στο ταμπούρι του άνδρα της, πότε έτρεχε δεξιά και αριστερά και έδινε θάρρος και συμβουλές στις άλλες γυναίκες. Και όταν σε μια στιγμή είδε τους εχτρούς ν’ ανηφορίζουν στις πλαγιές και τους Σουλιώτες να μη πυροβολούν, φοβήθηκε πως οι άντρες τους είχαν αποκάμει και φώναξε:

- Γυναίκες οι άντρες μας κουράστηκαν, γρήγορα κοντά μου…! 
Κι άρχισαν όλες μαζί να σπρώχνουν θεόρατες πέτρες από τις κορφές των λόφων. Σε λίγο μια πέτρινη βροχή έπεσε πάνω στους εχθρούς. Αμέσως οι Σουλιώτες έκαμαν γιουρούσι και σε λίγο οι Τουρκαλβανοί τόβαλαν στα πόδια για να γλυτώσουν.

Ο Αλή Πασάς βλέποντας τον τρομερό κίνδυνο που τον απειλούσε, πήδησε στο άλογό του, αφήνοντας τη μάχη, τους πανικόβλητους πολεμιστές του και έτρεξε να μπει στα Γιάννενα για να γλυτώσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου