Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

Ο Αλέξης Ρέτζιος και το Σχολικό Ζήτημα του 1934 στη Βόρειο Ήπειρο

Δημοσιεύω ένα αληθινό ιστορικό γεγονός,που έχουν κάνει οι παππούδες μας, όταν ο βασιλιάς της Αλβανίας Αχμέτ Ζώγκου το 1934 μας έκλεισε όλα τα Ελληνικά σχολεία.

Αυτό είναι μόνο ένα γεγονός ανάμεσα στα τόσα άλλα και τόσες θυσίες μόνον και μόνον για να διαφυλάξουν τα Ελληνικά Γράμματα για τα οποία ο Ηπειρώτης δεν μπορεί να κάνει χωρίς αυτά. 

Ο ΑΛΕΞΗΣ ΡΕΤΖΙΟΣ ο άνθρωπος που κυκλοφόρησε τη διαμαρτυρία των Ελλήνων Βορειοηπειρωτών για να υπογραφεί και να πάει στο δικαστήριο της Χάγης τα έτη 1934-35 . 

Είναι γνωστό πως ο βασιλιάς Α Ζώγκου μας έκλεισε το 1934-35 όλα τα Ελληνικά σχολεία στη Β. Ήπειρο. Ο παππούς μου ο Αλέξης Ρέτζιος,σε συνεργασία με τον ιερέα του Χλωμού Πωγωνίου τον πάτερ Οικονόμου αφού συζήτησαν περί του καυτού αυτού θέματος,που είχε αναστατώσει όλους τους ΄Ελληνες και ειδικά τους διανοούμενους της Β Ηπείρου, αποφάσισαν να φύγει να πάει στο Μητροπολίτη Σπυρίδωνα στα Γιάννενα με ένα έγγραφο που του 'εδωσε ο Οικονόμος. Ο Σπυρίδωνας τον καλοκαρτέρεσε και τον φίλησε στο μέτωπο. Μετά του έδωσε άλλο έγγραφο και τον συνόδεψαν δύο αξιωματικοί μέχρι τα σύνορα 
Το έγγραφο ο παππούς το έφερε στον Οικονόμο.Η δουλειά όμως αυτή προδόθηκε.Πήραν χαμπάρι ότι κυκλοφορεί ένα γράμμα για το σχολικό ζήτημα,για τα Ελληνικά σχολεία,που έκλεισε η αλβανική κυβέρνηση.
Και έτσι γέμισαν τα χωριά μας με τζιαντάρηδες. Τούτη τώρα εφοβήθηκαν για το πώς θα συγκεντρωθούν οι υπογραφές για τη διαμαρτυρία.Έπρεπε να πάει στο Δικαστήριο της Χάγης να μην λείπει κανένα χωριό.Και σαν διέξοδο σκέφτηκαν να κάνουν πως αρρώστησε βαριά μια γυναίκα,η Κόλια Παπνικολάου και με αυτή την αιτία να φωνάξουν τους δύο γιατρούς για τον ασθενή,που οι γιατροί αυτοί ήτανε οι μεγαλύτερες προσωπικότητες του Πωγωνίου.
Και ετσι ήρθε ο γιατρός Ηλιας Ζέρρης απο την Σωπική και ο Κητσιάτης από την Πολύτσιανη,και συγκεντρώθηκαν στο σπίτι της δήθεν άρρωστης για την παραπέρα πορεία του ζητήματος,για το πώς θα υπογραφτεί η διαμαρτυρία από όλα τα χωριά κλπ. Για τη Σωπική το υπόγραψε ο γιατρός ο Ζέρρης,για την Πολύτσιανη ο γιατρός Κητσιάτης 

Η Τσιάτιστα ήτανε γεμάτη τζιαντάρηδες πως να κάνανε; Ο Κητσιάτης σκέφτηκε ένα πράγμα: Έκανε μια ένεση του παππού μου στο μάγουλο και πρήστηκε.Κι έτσι ο παππούς πάει στην Τσιάτηστα να βγάλει το δόντι στον Νάσιο Οικονόμου,τον δάσκαλο,γιατί αυτός έβγαζε τότε και δόντια.Μ΄ολα ταύτα στο Μεσοχώρι τον έπιασαν οι τζαντάρηδες,τον έλεγξαν,αλλά το έγγραφο δεν του το βρήκανε.Το είχε βάλει στο προπόδι στο παπούτσι και μια που τον είδανε πρησμένο και σ΄αυτά τα χάλια τον άφησαν. Τον Νάσιο τον βρήκε στην Κούλα,στο κέντρο Αμάν το δόντι με πονάει,θέλω να μου το βγάλεις,του λέει ο παππούς.Δεν γίνεται,του λέει ο δάσκαλος,μην επιμένεις,αυτό είναι πρησμένο."Καλά μωρε" δάσκαλε,του λέει ο παππούς να πάμε σπίτι σου,εσυ είσαι για όλους φιλόξενος, να μου δώσεις ένα νερό,να μου πείς τι να κάνω.
"Ευχαρίστως να πάμε σπίτι μου μόνον το δόντι δεν στο βγάζω",του λέει ο Νάσιος.Στο σπίτι που πήγαν του λέει ο παππούς αυτό κι αυτό. 
"Τι λες βρε παιδί μου εδώ είναι κάθε πόρτα και τζιαντάρης",του λέει ο δάσκαλος.
"Δεν ξέρω" του λέει ο παππούς. "Τώρα εδώ αμέσως εσύ και ο άλλος ο δάσκαλος ο Παναγιώτης Κουτσός πρέπει να υπογράψετε το έγγραφο για την Τσιάτιστα".

Ο Νάσιος ο δάσκαλος δεν μιλούσε με τον άλλον τον δάσκαλο τον Παναγιώτη. 
"Όταν υπάρχουν τέτοια εθνικά προβλήματα, δεν μας χωρίζει τίποτα, μόνον το πώς θα μπω στο σπίτι του από τους τζιαντάρηδες είναι δύσκολο" είπε ο Νάσιος. Μόλις μπήκε στην πόρτα του άλλου δάσκαλου του Παναγιώτη του είπε, "τι έχουμε εγώ και εσύ τα βρίσκουμε, φέρε τώρα αμέσως το έγγραφο εδώ πέρα". Και αμέσως βάζει την υπογραφή του, και ανασαίνει βαθιά ευχαριστημένος.
"Έξω είναι γεμάτο τζιαντάρηδες" του είπε η γυναίκα "τι κάνετε θα σας πιάσουνε"...
"Μη φοβάσαι για το Ελληνικό Σχολείο θα κάνουμε κάθε θυσία",απάντησε ο Παναγιώτης Κουτσός (Αργότερα στον καιρό της κομουνιστικής κόλασης τον δάσκαλο Παναγιώτη τον έκαναν εχθρό του λαού).
Ο παππούς μου πήρε το έγγραφο υπογεγραμμένο από τους δύο αυτούς δασκάλους Θανάση Οικονόμου και Παναγιώτη Κουτσό κι επέστρεψε στο Χλωμό με δεμένο το κεφάλι.

Την άλλη μέρα το έγγραφο έπρεπε να φύγει για την Μάυρη Ρίζα. Και έτσι πάει εκεί μαζί με τον Καραδήμα και υπόγραψαν όλα τα χώρια της Ρίζας. Ήταν άλλοι που περιμέναν και είχαν οργανωμένη τη δουλειά. Αφού υπόγραψαν όλα τα χώρια της Δερόπολης, το έγγραφο πάει στο Βούρκο.Οι δυσκολίες ήτανε πολλές κι απερίγραπτες παντού. Όμως ολοκληρώθηκε,όλα τα χωριά σχεδόν τα κατάφεραν υπόγραψαν.Και ξαναγύρισε το έγγραφο στο Χλωμό.
Έπρεπε τώρα να πάει στο Ελληνικό Προξενείο στο Αργυρόκαστρο. Όμως ήτανε πρόβλημα μεγάλο. Οι τζιαντάρηδες δεν σε αφήνανε να μπεις στο Προξενείο και έτσι συνεννοήθηκαν με τον μυλωνά Σιόρη Γκούτζο από τη Δερβητσιάνη. Είχαν κανονίσει να πάει ο παππούς στη Δερβιτσιάνη να δώσει το έγγραφο σε μια γυναίκα που λεγόταν Ζτάβω
Εκεί αλήθεια τον περίμενε η Ζντάβω. Γειά σου συμπέθερε Ρέτζιο του λέει η Ζτάβω. Ήταν συνενοημένη και φτιαγμένη καλά η δουλειά και στην Δρόπολη.Τον παίρνει αυτή και του λέει "έλα πίσω μου και σιγά σιγά τον πάνει σπίτι της στη Δερβιτσιάνη, Το έγγραφο του λέει,μόλις μπήκε στην πόρτα. Ηθελε δεν ήθελε ο παππούς το έδωσε. Το πήρε αυτή το έβαλε κάτω από το καλάθι με τα αυγά και έφυγε για να τα πουλήσει στο Ελληνικό Προξενείο,το οποίο ήταν κάτω από τον Καλιά. 



Στο δρόμο για το προξενείο οι τζιαντάρηδες έλεγχαν τους πάντες αλλά την Ζντάβω την ήξεραν κι από άλλες φορές, τους έκανε νούμερα,έκανε την παλαβή,σήκωνε τα φουστάνια,έκανε τη χαζή και αυτοί γελούσαν.Κι έτσι πέρασε. Κι άρχισε να φωνάζει,αυγά καλά για πούλημα, με μια φωνάρα που αχούσε ο τόπος. Μόλις την είδε ο άξιος και ικανός πρόξενος Μιλιαρέσης, της πέταξε ένα εκατοστάρικο και της είπε να τα φέρει όλα τα αυγά. 
Νάτος ήρθε στον αυλόγυρο του προξενείου κι ο Αλέξης. Τον έλεγξαν και δεν του βρήκαν τίποτα. Το πάνω εγώ το καλάθι είπε της Ζτάβως και το πήρε και μπήκε μέσα στο προξενείο.Φανερώθηκε όμως τώρα η δουλειά,γιατί όλα αυτά έγιναν στο προαύλιο του προξενείου που τα βλέπανε οι τζαντάρηδες,αλλά δεν μπορούσαν σε αυτό να προχωρήσουν.Εκτός απο της πληροφορίες που είχαν. Κατάλαβαν πως το έγγραφο πέρασε μέσα και έτσι μόλις ξαναβγήκε ο Αλέξης τον βούτηξαν οι τζιαντάρηδες και άρχισαν να τον χτυπάνε.Τα είδε όμως ο πρόξενος και αμέσως πάνει επιτόπου με το αυτοκίνητο και του λέει του Περιφερειαάρχη,που ήτανε εκεί: "ή τον αφήνετε σε δύο λεπτά η κηρύττω τον πόλεμο της Αλβανίας από την Ελλάδα".

Ο Περιφερειάρχης πήρε τον διοικητή της τζιανταρμερίας τον Αzis Hoxha και μετά από φοβέρες και ξυλοδαρμούς τον απόλυσαν. Τότε ο παππούς ξαναγύρισε στο προξενείο. Ο πρόξενος τον συγχάρηκε και τον ρώτησε, "σε χτύπησαν;"
"Ας με χτύπησαν δεν με νοιάζει, εγώ τη δουλειά μου την έκανα" του είπε ο παππούς.
"Τώρα μη στενοχωριέσαι, του είπε ο Μιλιαρέσης, το έγγραφο θα πάει στο δικαστήριο της Χάγης και θα τελειώσει η δουλειά"

Ο παππούς μπαινόβγαινε στο προξενείο με το πρόσχημα για να φτιάσει τα χαρτιά του για ένα κτήμα που είχαμε (οι Ρετζιαίοι ) στον Κακόλακο Ιωαννίνων.Αυτό το ήξερε ο Αλβανός περιφερειάρχης. Το 1954 ο Αλέξης Ρέτζιος δικάζεται από την κομμουνιστική δικτατορία με την κατηγορία "πράκτορας των Ελλήνων".
Στην κατηγορία του ανακοινώθηκε πως και το 1934 έχει πάει τη διαμαρτυρία για το σχολικό ζήτημα στο Ελληνικό Προξενείο Αργυροκάστρου.
Ο παππούς τους είπε, για ποιόν καιρό με δικάζετε; Ο Εισαγγελέας ο Samis νευρίασε και του είπε; ''Δέν θα αφήσω εγώ στο Πωγώνι μέρος για να σηκώσει ο Παπάγος ανδριάντα του Αλέξη Ρέτζιου..''.
Ο Αλέξης όμως,αλύγιστος είπε μπροστά στο δικαστήριο: ''... Η εγώ είμαι τρελός, μια που με έχετε κλείσει 9 μήνες στην απομόνωση της φυλακής η αυτός ο εισαγγελέας δεν είναι στα καλά του, που νομίζει πως θα κάνει όλο το Πωγώνι θάλασσα για να μην υπάρχει μέρος για μένα. Μπορεί και να με σκοτώσει. Αυτό δεν είναι μεγάλο πράγμα, εγώ το καθήκον μου σαν ΕΛΛΗΝΑΣ κάνω. Και ας γνωρίζει πως κάποια τζιούμπα θα μείνει εκεί στα μέρη μας για να γράψουν το όνομά μου". 

Ο Αλέξης δικάστηκε εις θάνατο και στη δεύτερη φάση 25 χρόνια φυλακή. 

Σας το περιγράφω ακριβώς όπως μου το διηγήθηκε αμέτρητες φορές ο πολυαγαπημένος μου παππούςεκεί δίπλα στο τζάκι (στο μέσα σπίτι) στο πατρικό της μάνας μου στο Χλωμό Πωγωνίου. Είναι ένα ιστορικό γεγονός, από τα τόσα πολλά που διέπραξαν οι παππούδες μας για την γλώσσα τα ήθη και έθιμα μας που τόσο πολύ τα καταπατούσαν και τα καταπατούν οι Αλβανοί από το 1914 έως σήμερα. Είμαι περήφανος για τον παππού μου που ήτανε ένας αγωνιστής,και θυσίασε σχεδόν όλη του τη ζωή για την Πατρίδα μας την Βόρεια Ήπειρο και για το Ελληνικό Έθνος. 
Το σύνθημά του ήταν: " Έλληνες !! Εζήσαμε Έλληνες και καθήκον να πεθάνουμε Έλληνες !!!"


Με τιμή και σεβασμό στη μνήμη του ο εγγονός του Δημήτριος Τσέβης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου