Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Οι αναμνήσεις της Ερμιόνης Μπρίγκου από τον Ελληνικό Στρατό στη Χιμάρα, όπως τις διηγήθηκε στο ΟΡΑΜΑ


Στις 22 Δεκεμβρίου 1940 ο Ελληνικός Στρατός μπήκε απελευθερωτής στη Χιμάρα, κατά τον Ελληνο-ιταλικό πόλεμο και το πρωί της επομένης οι Έλληνες στρατιώτες έψαλλαν στους Άγιους Πάντες το "Χριστός ανέστη".

Η Ερμιόνη Μπρίγκου, η ηλικιωμένη Χιμαριώτισσα που έχει στο χωράφι του πατρικού της σπιτιού που μένει και σήμερα, τους ομαδικούς τάφους έξι Ελλήνων στρατιωτών στον χώρο που έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι, ξετυλίγει μερικές από τις πολύτιμες αναμνήσεις της στο ιστολόγιο "ΤΟ ΟΡΑΜΑ":


Σ’ αυτό το σπίτι έμεναν οι αξιωματικοί και στο μαντρί οι στρατιώτες και θυμάμαι που είχε γίνει επίθεση μεγάλη και την πρώτη φορά σκοτώθηκαν οι τρεις που είναι θαμμένοι στο χωράφι και τη δεύτερη οι άλλοι τρεις. Δώσανε σήμα θυμάμαι που έλεγε: «Στα όπλα παιδιά όλοι μαζί, κανένας πίσω, όλοι στην πρώτη γραμμή και τα όπλα σας στα χέρια σφιχτά παιδιά τρέξτε στην πρώτη γραμμή» και έτσι έγινε.
Και έλεγαν εκεί που πηγαίνανε: «Τρέξτε παιδιά όλοι μαζί μπροστά, όλοι έχουμε μια πατρίδα, όλοι έχουμε μια καρδιά ή θάνατος ή λευτεριά!».

Αυτί ήσαν οι Έλληνες όλο τον καιρό, αυτοί ήσαν οι λεβέντες και δεν λογαριάσαν τον εαυτό τους. Γι’ αυτό τα θυμάμαι όλα αυτά και λέω αλίμονο πως έρχεται η ώρα και δεν έρχονται να τους τιμήσουνε, παρά τους αφήνουν στη λάσπη. Ένα μικρό πράγμα ζητάμε να τους φτιάξουν το μέρος που είναι θαμμένοι.
Ήταν ο σταυρός του Παναγιώτη Αλογογιάννη, που τον είχε κάνει ο πρώτος ξάδερφος του, Στέφανο νομίζω τον έλεγαν. Στεναχωρήθηκε πολύ που τον έχασε γιατί ήταν μοναχοπαίδι και έλεγε «πως θα γυρίσω στην Κόρινθο χωρίς τον πρώτο ξάδερφο μου; Τι θα πω στον μπάρμπα μου;»
 Είχε πάρει μία λαμαρίνα εκείνο τον καιρό που βάζαν τις τροφές τους μέσα οι Έλληνες φαντάροι. Ήρθε εδώ έκανε το σταυρό του, πήρε ένα καρφί και τα έκανε. Από που καταγόταν, χρονολογία γέννησης, τον βαθμό του. Όταν τραβήξανε τους σταυρούς μετά οι κομουνιστές, τα βγάλαμε και εμείς για να μην διαλύσουνε τα μνήματα. Τι να κάναμε; Αυτά έγιναν εδώ.

Οι στρατιώτες ήταν πάντα πρόθυμοι, δεν φοβόντουσαν, λέγανε πάντα «να πάμε να πολεμήσουμε, να κερδίσουμε, να γυρίσουμε στην πατρίδα μας νικητές». Πολλοί όμως χαθήκανε, δεν ξέρω αν οι οικογένειες τους μάθανε ποτέ ότι είναι εδώ. Είχαν βρει στην Κορινθία τις αδερφές του Παναγιώτη Αλογογιάννη αλλά ήταν πια πολύ μεγάλες σε ηλικία με  σοβαρά προβλήματα υγείας και δεν μπορούσαν να τους το πουν.
Θυμάμαι που με σήκωνε η μητέρα μου να τους πάω το τσάι στους φαντάρους και μου ’λέγαν «έλα άκρη άκρη, έλα χάμω», για να μη με βρει καμία εχθρική σφαίρα, γιατί τους είχαν στόχο, ήμουν μικρή εγώ τότε και έτρεχα όσο μπορούσα χάμω.
Ήταν ένας φαντάρος Παρασκευόπουλος από τον Πύργο της Ηλείας, κάθε Παρασκευή έπρεπε να του πάω λίγο λάδι να ανάψει το καντήλι που είχε κάνει σε μια κονσέρβα. Και μόλις πήγαινα μου έδινε λίγα σύκα, λίγες σταφίδες, για λόγου μου επειδή ήμουν μικρό παιδί, ήταν καλό παιδί αυτό.  

Θυμάμαι το τελευταίο βράδυ που μαζευτήκαν πριν οπισθοχωρήσουν, στο δωμάτιο απο κει, ο ταγματάρχης με τον ανθυπολοχαγό Ανδρέα Καψή, το λοχία, τον δεκανέα και έδωσε την διαταγή να μαζεύαν τη σημαία. Μία ήταν εδώ στην άκρη που κάθονταν οι στρατιώτες. Θυμάμαι που μαζευτήκανε στο σπίτι όπου η μάνα μου είχε ανάψει το τζάκι και είπε ο ταγματάρχης «Παιδιά, χάσαμε τον πόλεμο». Άμα είπε «χάσαμε τον πόλεμο» αυτό ήταν σκοτωμός για όποιον το άκουσε, ακόμα και για μένα που ήμουν μικρή. Το άκουσαν και η μάνα μου και η γιαγιά μου, ήμασταν όλοι εδώ και στρατιώτες κάμποσοι. Οι στρατιώτες κατέβασαν το κεφάλι, τους ήρθε πολύ κρίμα. «Απόψε θα αποχωρήσουμε» είπαν. Φύγαν μες στη νύχτα, μαζευτήκαν και μαζέψαν τα πράγματα τους.
Και όσο και μικρή να ήμουν είπα: «Μπαμπά φύγανε; Τους Έλληνες πως τους αφήσαν εδώ!» Και μου λέει ο ταγματάρχης «Έλα Ερμιονούλα» και βγάζει το κασκόλ το δικό του και μου το βάζει στο λαιμό. Το είχα χρόνια αυτό και το κρατούσα γιατί ήταν ελληνικό. Μου το χάλασε η μάνα μου, το έραψε και το έκανε ζακετίνα. Θα το είχα κρατήσει.


Πάνω στο Σκουταρά επολεμούσαν με τα μαχαίρια σώμα με σώμα και τους βλέπαμε από αυτή τη ράχη εδώ πέρα. Και γι’ αυτούς που σκοτώθηκαν και έμειναν τα σώματα τους εκεί λέγαμε: «Και οι μαύροι οι φαντάροι που τους παίρνει το ποτάμι και στη θάλασσα τους πάει στα μαύρα ψάρια να τους φάνε γι’ αυτουνούς ποιος είναι που θα ρωτάει;»
Έτσι ήταν ο καιρός αυτός τότε. Έχουμε πολλά οι Έλληνες να πούμε πρέπει να τα γνωρίζουμε όσα έγιναν εδώ πέρα. Τι να πούμε για αυτούς τους νέους που δεν ξαναγυρίσανε στα σπίτια τους, που οι μάνες τους δεν τους περιμέναν και οι πατεράδες τους, κανένας. Κλείσαν τη ζωή τους, τα νιάτα τα δικά τους εδώ. Γι’ αυτό πρέπει να τους σκεφτόμαστε και να τους τιμούμε.
Πέσανε πάνω από 200 στο Σκουταρά. Από τον γκρεμό τους βλέπαμε τον ένα πάνω στον άλλον και τους έπαιρνε το ποτάμι ή τους τρώγανε τα άγρια ζώα. Έχουμε αυτούς εδώ θαμμένους στο κτήμα αλλά προσευχόμαστε για όλους.

Ήταν πολύ δύσκολα τα χρόνια μετά στον κομουνισμό. Τόσες φορές είχαν πάρει τον πατέρα μου να τους δείξει που ήταν οι Έλληνες στρατιώτες θαμμένοι αλλά δεν τους έδειξε. Γι’ αυτό είναι εκεί που είναι και τώρα. Μια φορά μαζέψανε κόσμο και τον φτύσανε κάτω στα Σπήλια. Ήταν περίπου 200 νομάτοι. Αυτοί οι «καλοί» ανθρώποι που κάνουν τώρα τους πατριώτες. Έκαναν μια μάζεψη για να ξαναβάλουν τον πατέρα μου πάλι φυλακή. Αυτό έγινε και το 1952 και το 1954. Αυτά ήταν τακτικά τεχνάσματα δικά τους για να τον ξαναέπαιρναν μέσα. Και ο πατέρας μου τους έλεγε «δεν ξέρω που είναι».  Ο πατέρας μου για να προστατέψει τα μνήματα τους είχε βάλει τις αχλαδιές για να μην φαίνονται εκεί που ήσαν και να έχει ένα σημάδι.

Ο πατέρας μου τράβηξε πάρα πολλά. Μας πήγανε εξορία, μας τραβήξανε από το σπίτι και ότι είχαμε και δεν είχαμε μας τα πήραν όλα. Ο πατέρας έκανε φυλακή και άμα βγήκε από τη φυλακή τον πήρανε και τον περάσαν από λαϊκό δικαστήριο στη μέση στα Σπήλια επειδή δεν έδειξε που είχε θαμμένους τους Έλληνες.
Και τώρα εγώ δεν μπορώ να πάρω το διαβατήριο το ελληνικό ακόμα. Το παίρνουν αυτοί που δεν πρέπει, που δεν τους ανήκει. Σε πολλούς δεν ανήκει, δεν έπρεπε να το πάρουν. Λυπάμαι και γι’ αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα με την οικονομική κατάσταση. Ο Θεός να τα φέρει καλά εύχομαι για όλους τους Έλληνες. Και να σκεφτούν κι αυτουνούς που έχουν χάσει τα νιάτα τους εδώ πέρα.

Από την ελληνική πρεσβεία στα Τίρανα ήρθε μόνο ο κ. Ηλιόπουλος εδώ, μετά ήρθε ο κ. Καρκαμπάσης που του έδωσα το πορτοφόλι του στρατιώτη Ανδρέα Προβατά που είναι θαμμένος εδώ. Έκανα πολύ λάθος, έπρεπε να το είχα κρατήσει να το πάω μόνη μου στον Ελληνικό Στρατό. Είχα την εντολή από τον πατέρα μου πριν πεθάνει να το κρατήσω και να το δώσω εκεί που πρέπει.

Τους γνώριζα αυτούς τους φαντάρους που έμειναν για πάντα εδώ, μέσα στη γη, είχα φάει μαζί τους, είχα πιει, είχα χορέψει, είχα τραγουδήσει, γι’ αυτό και με πονάν πάρα πολύ. Πάω τακτικά και τους λέω «Τι να σας κάνω παιδιά, δεν έχω δυνάμεις, ότι μπορώ κάνω». Ανάβω κανένα κεράκι, λουλούδια βάζω, καίω λίγο θυμίαμα. Είπα προχθές στον παπά «σε παρακαλώ βοηθήστε με, στείλτε μου κανέναν εργάτη να καθαρίσει το μνημείο, γιατί δεν φαίνεται πλέον».
Πέρασαν Γερμανοί τουρίστες και έλεγαν «εδώ αναπαμένοι και η πόρτα πεταμένη!» και ο Ανδρέας ο γιος μου που ήρθε από την Αμερική πήγε στεναχωρημένος στα Σπήλια και είπε εκεί στους αρμόδιους «για το όνομα του Θεού μας ντροπιάσατε!». 
Την σήκωσε μόνος του όμως, γι’ αυτό έχω παράπονα αλλά δεν πειράζει! Τι να κάνουμε; Μπορώ να πω τίποτα;

Στις 27 Οκτωβρίου ήρθε ένα πούλμαν με συγγενείς πεσόντων. Μου μίλησε ένας που είχε ξαναέρθει και είπε «έχουμε έρθει για σένα» και τους έδειξα τα μέρη, τους είπα την ιστορία. Ήταν και χωριανοί δικοί τους των πεσόντων και χάρηκα πάρα πολύ, συγκινήθηκα που ήρθαν κάποιοι από εκεί. Είναι μια μυρτιά εκεί που τους πήγα και μου είπε ένας «θα σε παρακαλέσω πολύ να μην κοπεί» και τους είπα ότι δεν θα την κόψω, θα την αφήσω γιατί ήταν η αχλαδιά εκεί, μια αχλαδιά που προστάτευσε τα μνήματα και είχε ξεραθεί.
Τους παρακάλεσα να έρθουν σπίτι μου, αλλά δεν μπορούσαν γιατί δεν είχαν χρόνο. «Σας ευχαριστώ» τους είπα, «για αυτή τη μέρα που ήρθατε, γιατί και οι Έλληνες τότε, έτσι ήρθαν με κακό καιρό». Ήρθαν και τούτοι με πολύ κακό καιρό «Ήσασταν και σεις αποφασισμένοι και ήρθατε σαν κι αυτούς, δεν φοβηθήκατε ούτε βροχή, ούτε τίποτα» είπα. 

Με ευχαρίστησε πολύ που ήρθαν Έλληνες από μακρυά και δεν ήρθαν αυτοί που είναι εδώ πέρα. Στείλανε και πήραν τα ονόματα εκείνη τη μέρα για να τα διαβάσει ο Δεσπότης στη εκδήλωση που έκαναν πέρα, αλλά δεν ήρθε κανείς τους. Έρχονταν οι «επίσημοι» μια φορά το χρόνο αλλά φέτος δεν ήρθαν ούτε αυτή τη μέρα. Έπρεπε να έρχονταν να έβαζαν ένα κεράκι.
Ο Θεός βοηθός!         

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου