Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Στο ίδιο κελί που ήταν πριν από 43 χρόνια ο πατέρας του φυλακίστηκε ο Παναγιώτης Μάρτος!


ΣΤΟ  ΚΕΛΙ ΤΟΥ  ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ
 Πέντε ανθρώπων που σήκωσαν  το σταυρό του αγώνα. Πέντε  ανθρώπων, που ανεξαρτήτως από  τη δίκη, η τύχη τους, η τιμωρία  τους, είχε ήδη αποφασιστεί.
Ήταν θανατηφόρα. Άλλο που τα πράγματα πήραν άλλη μορφή.

…Η πόρτα άνοιξε. Μπήκαμε σ’ ένα σιδεροφραγμένο δωμάτιο. Αυστηρός έλεγχος. 
Στα ρούχα, στο σώμα, στα παπούτσια. Παντού. Ένα προς ένα.
Ξανά σιδερένιες πόρτες. Ξανά σύρτες και κλειδαριές.
 Ήμουν τελευταίος κι έμαθα  τη διεύθυνση των φίλων μου.  Ο Κώστας και ο Ηρακλής στον Τρίτο όροφο. Ο Παναγιώτης και ο Θεόδωρος στον δεύτερο όροφο.

Ο Παναγιώτης εγκαταστάθηκε στο  κελί 55. Τον «φιλοξένησαν» παραχωρώντας  του το μέρος στη γωνία του  κελιού, κοντά στην πόρτα.
Όταν ξάπλωσε κι ερεύνησε όλο  το κελί, το βλέμμα του στάθηκε λίγες πιθαμές πάνω από το κεφάλι του. Στον τοίχο χαραγμένα γράμματα. Σηκώθηκε και τα διάβασε. Ήταν ελληνικά.
              
 Δεν πίστευε στα μάτια του.  Τάτριψε. Τα ματάτριψε. Το ίδιο  όνομα: ΜΙΧΟΣ ΜΑΡΤΟΣ 1951. Ήταν το όνομα του πατέρα του. Σ’ αυτό το κελί, σ’ αυτό το μέρος, για τρεισήμισι χρόνια έμεινε ο πατέρας του. Δεκαεννιά χρόνια έμεινε στη φυλακή. 
Δύο φορές τον καταδίκασαν σε θάνατο. Δύο φορές γλίτωσε.
              
 Φορές-φορές ο Παναγιώτης κοιτούσε  με πόνο αυτά τα γράμματα. Τα χάιδευε με το χέρι του. Του φαίνονταν πως χάιδευε τον ίδιο τον πατέρα του.
«Καημένε πατερούλη μου. Τι διάβολο, την ίδια τύχη έχουμε;»

Μέσα από τα γράμματα, μέσα από το όνομα έρχονταν η  απάντηση: 
«Ναι παιδί μου. Την  ίδια τύχη έχουμε. Την ίδια  μοίρα θ’ αντιμετωπίσουμε. Κρατήσου γερά. Όπως ο πατέρας σου. Όπως οι δεκάδες κι εκατοντάδες του ίδιου σκοπού κι οράματος.  Ο Θεός μαζί σου…»

Πέντε μέρες έμεινε ο Παναγιώτης  σ’ αυτό το κελί. Δίπλα με  τον ίσκιο του. Με το όνομά  του. 
Με τον «πατέρα» του.
Την άλλη μέρα τον «χώρισαν»  από τον πατέρα του. Είχε τρελαθεί.


  (Από το βιβλίο «Μέρες αγωνίας» του Βαγγέλη Παπαχρήστου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου