Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Η προπαγάνδα του "τσάμικου"


Της Αθηνάς Κρεμμύδα,
Ραδιοφωνικής παραγωγού της εκπομπής «Βόρειος Ήπειρος.GR»

08/04/2013

Όταν το 1944 ο στρατηγός Ζέρβας έδιωξε τους τσάμιδες από την Ήπειρο μετά από τα εγκλήματα που είχαν διαπράξει εις βάρος των Ελλήνων, αφού ήταν συνεργάτες των γερμανών κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι σήμερα οι Αλβανοί θα διεκδικούσαν και την…Πρέβεζα!

Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, λοιπόν, οι τσάμιδες εγκαταστάθηκαν γεωγραφικά στην νότια περιοχή της Αλβανίας ή στην ελληνική περιοχή της Βορείου Ηπείρου η οποία είχε προσαρτηθεί στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος το 1912 από της Μεγάλες Δυνάμεις. Δημιουργήθηκαν έτσι τα τσάμικα χωριά τα οποία παρεμβάλλονταν μεταξύ των ελληνικών χωριών, πολύ κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Αρκετοί, όμως, τσάμιδες εγκαταστάθηκαν και στης μεγάλες πόλεις όπως Αγίους Σαράντα, Δέλβινο και Αυλώνα.

Το 1945 η Αλβανία υιοθέτησε το κομμουνιστικό καθεστώς της απομόνωσης υπό την ηγεσία τον Ενβέρ Χότζα. Η «δικτατορία του προλεταριάτου» ήθελε θεωρητικά όλους τους ανθρώπους στην Αλβανία ίσους, ίδιους, άθεους και κομμουνιστές. Ποιές ήταν, όμως, στην πραγματικότητα οι σχέσεις των τσάμιδων με τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου αλλά και με τους Αλβανούς;

Καταρχήν να αναφέρουμε ότι οι τσάμιδες διέφεραν από τους υπόλοιπους πολίτες που ζούσαν στην Αλβανία λόγο της ειδικής ενδυμασίας τους με τουρκικές καταβολές, κυρίως οι παλαιότεροι, τόσο οι γυναίκες αλλά και οι άνδρες. Σύμφωνα με μαρτυρίες υπήρχε μια καχυποψία έναντι των τσάμιδων, όχι μόνο από τους Έλληνες αλλά και από τους Αλβανούς, και αυτό διότι όλοι γνώριζαν τον ρόλο τους στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν μπορούσαν όμως να την εκφράσουν ανοιχτά λόγο του καθεστώτος.

Υπάρχουν, ωστόσο, πολλές μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες οι ίδιοι οι τσάμιδες διηγούντο τα εγκλήματα που είχαν διαπράξει στην Ελλάδα αλλά και με μια δόση νοσταλγίας για τις περιουσίες που έχασαν!... Οι τσάμιδες ήταν ανεπιθύμητοι στα ελληνικά χωριά της Βορείου Ηπείρου, αφού οι κάτοικοι εξέφραζαν την δυσαρέσκεια τους κάθε φορά που ένας τσάμης επιχειρούσε να κατοικήσει σε ελληνικό χωριό. Απέφευγαν, επίσης, την ανταλλαγή επισκέψεων αλλά και οποιαδήποτε άλλου είδους συναλλαγή με τους τσάμηδες. Απαγορευόταν ρητά οι γάμοι μεταξύ Ελλήνων και τσάμιδων σε αντίθεση με τους γάμους Ελλήνων και Αλβανών όπου υπήρχε κάποιου είδους ανεκτικότητας. Αποφεύγονταν, όμως, οι γάμοι και μεταξύ Αλβανών και τσάμιδων και μάλιστα ο συνηθισμένος χαρακτηρισμός που έδιναν οι Αλβανοί στους τσάμιδες ήταν «μπαμπέσηδες», δηλ. χωρίς μπέσα. Εντύπωση, επίσης, προκαλεί το γεγονός ότι στα σχολικά βιβλία ιστορίας και γεωγραφίας της εποχής του Χότζα δεν υπήρχε καμία αναφορά στους τσάμιδες. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι τσάμιδες εντάχθηκαν πλήρως στο αλβανικό κράτος, άτυπα όμως απομονώθηκαν από την αλβανική κοινωνία για πολλά χρόνια.

Το 1990 μετά την πτώση του κομμουνιστικού δικτατορικού καθεστώτος στην Αλβανία και το άνοιγμα των συνόρων με την Ελλάδα επικράτησε έντονη ανησυχία στους κόλπους των τσάμηδων, ειδικά των παλαιοτέρων, καθώς φοβήθηκαν ότι πλέον θα κληθούν να λογοδοτήσουν στην ελληνική δικαιοσύνη ως εγκληματίες πολέμου και συνεργάτες των ναζί  για το ολοκαύτωμα εις βάρος των Ελλήνων που είχαν προκαλέσει στην Ήπειρο και την Θεσπρωτία.

Πίστευαν, επίσης, λόγο της απομόνωσης του αλβανικού κράτους από τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο για 45 χρόνια, ότι η Ελλάδα θα διεκδικήσει την Βόρειο Ήπειρο οπότε οι ίδιοι θα αναγκαστούν να φύγουν! Από την πλευρά της, όμως, η Ελλάδα επαναπροσδιόρισε τις ελληνοαλβανικές σχέσεις με βάση το δόγμα της φιλίας. Είχε προηγηθεί ήδη το 1987 η μονομερής άρση του εμπολέμου από τον τότε υπουργό των εξωτερικών κ. Κάρολο Παπούλια και το 1996 επεγράφη το Σύμφωνο Φιλίας μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Έτσι, η ελαστική εξωτερική πολιτική της Ελλάδας με τους γείτονες άφηνε αρκετά περιθώρια και στους αλβανούς να εγείρουν το ανύπαρκτο ζήτημα των τσάμιδων ήδη από τις αρχές του 1990. 


Το «τσάμικο ζήτημα», όμως, γιγαντώθηκε και άρχισε να προβάλλεται έντονα από τα ΜΜΕ της Αλβανίας στις αρχές του 2000 κυρίως, όμως, μετά την ανεξαρτησία του Κοσσόβου όπου τότε άρχισε να ανατέλλει και η ιδέα της «Μεγάλης Αλβανίας». Τότε είναι που ιδρύεται και το πρώτο κόμμα των τσάμηδων PDI το οποίο κατεβαίνει στης αλβανικές βουλευτικές  εκλογές του 2009 με την ρητορική της διεκδίκησης των περιουσιών των τσάμιδων από την Ελλάδα καθώς και την αναγνώριση της «γενοκτονίας των τσάμιδων» από τους Έλληνες! Καταφέρνει να συσπειρώσει τους τσάμιδες και σε συμμαχία με το κόμμα του Μπερίσα εκλέγει έναν βουλευτή στην Αυλώνα. Ακολουθούν κάποιες διαφωνίες στο εσωτερικό του κόμματος το οποίο διασπάτε και στο νέο κόμμα που δημιουργείται -το PDIU- εισχωρεί και ένας ακόμη τσάμης βουλευτής από το Σοσιαλιστικό Κόμμα Αλβανίας, άρα μιλάμε για δύο βουλευτές. 
Το κόμμα  παίζει ρυθμιστικό ρόλο στον σχηματισμό κυβέρνησης και απαιτεί από τον Μπερίσα δυο υπουργεία το Εξωτερικών και το Παιδείας. Ο Μπερίσα αρχικά απορρίπτει τις προτάσεις του PDIU, ωστόσο στον πρώτο ανασχηματισμό προσφέρει στους τσάμιδες καίριες θέσεις σε γραμματείες σημαντικών υπουργείων, όπως το Υπουργείο Παιδείας.

Η ανθελληνική ρητορική στο αλβανικό κοινοβούλιο εντείνετε και προβάλλετε όλο και περισσότερο από τα αλβανικά ΜΜΕ που βρίσκουν πρόσφορο έδαφος κυρίως στους νέους, διαμορφώνοντας ένα κλίμα μίσους κατά της Ελλάδος σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων ιστορίας και γεωγραφίας που παρουσιάζουν σχεδόν όλη την Ήπειρο ως αλβανικό έδαφος.

Το «τσάμικο ζήτημα», η έξαρση του εθνικισμού-ανθελληνισμού στην Αλβανία και η υιοθέτηση του ακόμα και από την επίσημη αλβανική κυβέρνηση, θα μπορούσε να πει κανείς βλέποντας τα πράγματα επιφανειακά, ότι αποτελούν ένα καλό άλλοθι απέναντι στην συνεχή πολιτική κρίση στην Αλβανία, την διαφθορά της εξουσίας, την φτώχεια, την έξαρση της εγκληματικότητας και την μετατροπή της γειτονικής χώρας σε κέντρο διακίνησης ναρκωτικών. Ωστόσο, μελετώντας εις βάθος και πιο προσεκτικά τα δεδομένα διαπιστώνουμε ότι το κόμμα των τσάμιδων πρωταγωνίστησε στην ακύρωση της συμφωνίας για την υφαλοκρηπίδα μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας, στην αφαίρεση της εθνικότητας από τα επίσημα αλβανικά έγγραφα αλλά και στην ποινικοποίηση της εθνικότητας στην τελευταία απογραφή πληθυσμού με στόχο την συρρίκνωση της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας στην Αλβανία, θέσεις οι οποίες υιοθετήθηκαν από την επίσημη αλβανική πολιτική, κάτι που θα έπρεπε να έχει προβληματίσει ιδιαίτερα το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών.

Το κενό της Ελληνικής Διπλωματίας στην προσέγγιση των ελληνοαλβανικών σχέσεων βάση εθνικού στρατηγικού σχεδίου που θα περιελάμβανε και την ενίσχυση της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας στην Βόρειο Ήπειρο, ευνοεί όχι μόνο την αλβανική προπαγάνδα κατά της Ελλάδος αλλά και την επιρροή της Τουρκίας στην περιοχή η οποία φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά την εξωτερική πολιτική της Αλβανίας, κυρίως σε ότι αφορά τις σχέσεις της με την Ελλάδα.

Σήμερα η εύκολη προσέγγιση του θέματος είναι να αντιμετωπίσουμε την προπαγάνδα του «τσάμικου» ως ένα ζήτημα εσωτερικής κατανάλωσης και απόλαυσης έμμεσης εξουσίας και «δημοσιότητας» από τους τσάμιδες εντός του αλβανικού πολιτικού γίγνεσθαι. Ωστόσο, η πραγματική προσέγγιση του θέματος σίγουρα κρύβει και άλλες διαστάσεις τις οποίες η Ελληνική πλευρά οφείλει να τις μελετήσει με την δέουσα σοβαρότητα και ΠΡΟΣΟΧΗ προκειμένου να μην βρεθεί προ εκπλήξεων στο ορατό μέλλον. 

(Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Ελεύθερη Ώρα" της 8ης Απριλίου 2013)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου