Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Οκτώβριος 1914: Η επιστροφή του Ελληνικού Στρατού στη Βόρειο Ήπειρο και ο επίλογος του Αυτονομιακού Αγώνα

Η έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου τον Αύγουστο του 1914, ανάμεσα στην Αντάντ (Μ. Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία) και τις Κεντρικές Δυνάμεις (Γερμανία, Αυστροουγγαρία) δημιούργησε νέες καταστάσεις στη διεθνή πολιτική σκηνή αλλά και στα Βαλκάνια.
Η Ιταλία αν και σύμμαχος των Κεντρικών Δυνάμεων παρέμεινε ουδέτερη προκειμένου να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν περισότερα ανταλλάγματα, ιδιαίτερα στην περιοχή της Αδριατικής, πριν ταχθεί με τον ένα ή τον άλλο συνασπισμό.
 
Για το σκοπό αυτό  αποδύθηκε σε έντονες παρασκηνιακές διπλωματικές διαβουλεύσεις κυρίως εξαιτίας του μεγάλου αναταγωνισμού της με την Αυστρία για την κυριαρχία στα αδριατικά παράλια.
Η ίδρυση του αλβανικού κράτους που είχαν επιδιώξει και οι δύο δυνάμεις ως προσωρινή λύση, έφερε αντίθετα αποτελέσματα γιατί προέκυψε αμέσως το ζήτημα της κηδεμονίας του.

Στην Αλβανία παράλληλα την περίοδο αυτή επικρατούσε πολιτικό χάος. Επίσης για την περιοχή και ιδιαίτερα για τη Βόρειο Ήπειρο ήταν άμεσα ενδιαφερόμενη και η ουδέτερη Ελλάδα.
Έτσι και οι δύο εμπόλεμες παρατάξεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου χρησιμοποιώντας και το Βορειοηπειρωτικό, προσπαθούσαν, ανάλογα με τα συμφέροντα τους, είτε να προσεταιρισθούν τις δύο χώρες (Ελλάδα και Ιταλία) είτενα τις διατηρήσουν τουλάχιστον ουδέτερες.
Στις αρχές Οκτωβρίου 1914 η Ιταλία γνωστοποίησε και στους δύο συνασπισμούς ότι ως μόνη ουδέτερη χώρα, απ’ αυτές που υπέγραψαν το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το1913 για την ίδρυση του αλβανικού κράτους, θα έπαιρνε δικαιωματικά όλα τα απαραίτητα μέτρα που θα εξασφάλιζαν την ανεξαρτησία και την ουδετερότητα της Αλβανίας.

Στο θέμα αυτό ο Υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας Έντυουαρντ Γκρέυ επέστησε την προσοχή της ιταλικής κυβερνήσεως στο πρόβλημα των λιμοκτονούντων Μωαμεθανών της Ηπείρου και στις σφαγές των χριστιανικών πληθυσμών. Επείδη όμως η Μ. Βρετανία αμφέβαλε στο αν η κυβέρνηση της Αυτόνομης Πολιτείας θα είχε τη δυνατότητα να διατηρήσει την τάξη στη Βόρειο Ήπειρο γνωστοποίησε στην Ιταλία, με τον πρεσβευτή της στη Ρώμη, ότι και με τη σύμφωνη γνώμη των συμμάχων της, θα εξουσιοδοτούσε την Ελληνική Κυβέρνηση να αποστείλει στρατιωτική δύναμη στην περιοχή, η οποία θα αποσυρόταν όταν το ζητούσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Δήλωσε επίσης ότι η Ελλάδα δεν θα είχε αντιρρήσεις για την κατάληψη του Αυλώνα από τους Ιταλούς.
Ο Ιταλός πρωθυπουργός Σαλάντρα αν και πρόβαλε άρνηση να συνεννοηθεί απευθείας με την Ελλάδα για την προσωρινή κατάληψη της Βορείου Ηπείρου, έκανε γνωστό ότι δεν θα είχε αντίρρηση να σταλεί μικρή στρατιωτική δύναμη για να διατηρήσει την τάξη στην περιοχή.

Η Ελληνική Κυβέρνηση, επειδή διέβλεπε τους τεράστιους κινδύνους που απειλούσαν την ελεύθερη Βόρειο Ήπειρο εξαιτίας των επεκτατικών βλέψεων της Ιταλίας, δεν δίστασε να επωφεληθεί από την εξουσιοδότηση, έστω και υπό όρους.
Η διαταγή για την επιστροφή του Ελληνικού Στρατού εκδόθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1914 με την υπογραφή του Πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος είχε ενημερώσει σχετικά την Βουλή των Ελλήνων για την εξουσιοδότηση των Μ. Δυνάμεων.
Στις οδηγίες που δόθηκαν την επομένη με άλλη διαταγή, καθοριζόταν αυστηρά να αποφευχθούν κάθε είδους τελετές και υποδοχές γιατί η εντολή που είχε αποσπάσει η Ελληνική Κυβέρνηση δεν δικαιολογούσε τέτοιες εκδηλώσεις. Άλλωστε υπήρχε ο φόβος να τις θεωρήσουν ως πρόκληση οι προστάτιδες δυνάμεις της Αλβανίας, η Ιταλία και η Αυστρία. Η εξουσιοδότηση που είχε η Ελλάδα από την πλευρά της Αντάντ ήταν η δύναμη που θα έστελνε στη Β. Ήπειρο να είχε καθαρά αστυνομικό ρόλο.
Ασφαλώς η ίδια εντολή, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι μυστικές υποσχέσεις για ευνοϊκή μελλοντική ρύθμιση του θέματος της Β. Ηπείρου, ήταν μια σοβαρή και επίσημη αναγνώριση ότι η Ελλάδα είχε δικαίωμα να ενδιαφέρεται για την τύχη των Βορειοηπειρωτών.

Η 8η Μεραρχία  έχοντας έδρα την Κέρκυρα και Διοικητή τον Συνταγματάρχη Δ. Ιωάννου αποβιβάστηκε στους Άγιους Σαράντα στις 13 Οκτωβρίου το απόγευμα και το πρωί της επομένης τα τμήματα της  ξεκίνησαν για τους προορισμούς τους. Από την άλλη πλευρά η 9η Μεραρχία με Διοικητή τον Αναστάσιο Παπούλα εγκατάσταθηκε στην Πρεμετή στις 17 Οκτωβρίου.
Παρά τη διαταγή στην Κορυτσά έγινε επίσημη και ενθουσιώδης υποδοχή του 26ου Συντάγματος Πεζικού του Ελληνικού Στρατού από το Σύνταγμα του Αυτονομιακού Στρατού της περιοχής, τις Αρχές και ολόκληρο το λαό της πόλης. Το ίδιο έγινε και σε άλλες πόλεις της Β. Ηπείρου.

 
Παράλληλα στις 14 Οκτωβρίου 1914 ο Πρόεδρος της Αυτονόμου Ηπείρου Γεώργιος Χρηστάκη Ζωγράφος επέστρεψε στη Βουλή των Ελλήνων όπου και ορκίστηκε Βουλευτής Αττικής και Βοιωτίας.

Την ίδια μέρα ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος δήλωνε στην αγόρευση του ότι η Ελλάδα εξακολουθούσε να αναγνωρίζει την απόφαση της Πρεσβευτικής Συνδιασκέψεως του Λονδίνου για την Αλβανία, αλλά παράλληλα αναγνώριζε και το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας, τονίζοντας ότι εξαιτίας της ανώμαλης πολιτικής κατάστασης στην Αλβανία δεν ήταν δυνατόν εφαρμοστεί.
Επεσήμανε επίσης πως η παρουσία του Ελληνικού Στρατού στη Βόρειο Ήπειρο αποτελούσε εγγύηση για την αποκατάσταση της τάξης και της ασφάλειας και την ομαλή εφαρμογή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας, όποτε οι Μεγάλες Δυνάμεις δημιουργούσαν τους αναγκαίους όρους.

Τον Βενιζέλο διαδέχθηκε στο βήμα ο Γεώργιος Χρ. Ζωγράφος κάτω από τα θερμά χειροκροτήματα των Ελλήνων Βουλευτών.
Στον απαντητικό λόγο του προς τον Πρωθυπουργό, δήλωνε ότι η ανακατάληψη μόνο προσωρινά ικανοποιούσε τις ανάγκες των Ηπειρωτών που αγωνίσθηκαν. Επίσης υπογράμμισε ότι δεν ήταν δυνατόν να αποδεχθούν οι Ηπειρώτες να τους αφαιρεθεί το δικαίωμα να είναι Έλληνες, αφού για τόσους αιώνες κάτω από σκληρή δουλεία και με τόσα βάσανα κατόρθωσαν να διατηρήσουν την εθνότητα τους.
Τέλος τόνισε πως είχε γίνει πεποίθηση όλων ότι «η απελευθέρωση είναι τελειωτική», ολοκληρώνοντας υπό τις επευφημίες των Βουλευτών.
 
Η κατάσταση όμως για τους πρωτεργάτες του Βορειοηπειρωτικού Αγώνα που είχαν αποχωρήσει από τον Ελληνικό Στρατό για να καταταγούν σε αυτόν της Αυτονόμου Ηπείρου, γινόταν πολύ δύσκολη, αφού έπρεπε να δικαστούν ως «λιποτάκτες».
Επίσης οι βαθμοί που τους δόθηκαν από την Προσωρινή Κυβέρνηση Ζωγράφου κατά την ένταξη τους στον Αυτονομιακό Στρατό ή για τη δράση τους στα πεδία των μαχών, τόσο για τους αξιωματικούς όσο και για τους υπαξιωματικούς, δεν αναγνωρίστηκαν.
Τελικά οι περισσότερες από τις δίκες των «λιποτακτών» δεν έγιναν και όσες είχαν αρχίσει δεν ολοκληρώθηκαν, αφού τους δόθηκε «γενική αμνηστία».
 Πολύ σύντομα άλλωστε, τα γεγονότα που επακολούθησαν ήταν τόσο συγκλονιστικά που η προσοχή του κόσμου στράφηκε σε αυτά.
Ο Αυτονομιακός Αγώνας αν δεν λησμονήθηκε εντελώς, με τον καιρό πέρασε στο περιθώριο της επικαιρότητας.
 
 
Το θέμα της Αυτονομίας που για καιρό προκάλεσε τόσους «πονοκεφάλους» στην Ελληνική Κυβέρνηση και στον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, τελικά εξυπηρέτησε τους στόχους που επιδίωκε.
Οι ελληνικοί πληθυσμοί των βόρειων επαρχιών της Ηπείρου παρέμειναν στις πατρογονικές εστίες τους.

Έτσι ο Ελληνικός Στρατός κατείχε και πάλι τη γραμμή του 1912-1913 και η Σημαία της Αυτονόμου Πολιτείας κυμάτιζε στις πόλεις της Βορείου Ηπείρου μαζί με την Ελληνική Σημαία. Αργότερα θα δινόταν η διαταγή να αποσυρθεί το τιμημένο λάβαρο των Αυτόνομων Ηπειρωτών στο Εθνικό Μουσείο και η Ιδέα της Αυτονομίας να πάρει τη θέση της στη διπλωματική ιστορία της χώρας, ως χρήσιμη λύση σε δύσκολες καταστάσεις για τα εθνικά μας θέματα. 
Οπωσδήποτε η Προσωρινή Κυβέρνηση της Αυτόνομης Β. Ηπείρου είχε κάνει το καθήκον της, όπως το επέβαλλαν οι παραδόσεις και η Ιστορία του Έθνους.

Από τους νεκρούς που έπεσαν για τη σωτηρία της Β. Ηπείρου οι περισσότεροι ήταν Βορειοηπειρώτες. Πολλοί επίσης κατάγονταν από τη νότια Ήπειρο και από διάφορα μέρη της Ελλάδας και ορισμένοι είχαν έλθει από τις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού.
Όλοι τους αγωνίστηκαν για τον ίδιο σκοπό και όλους τους δέχθηκε η φιλόξενη γη της Βορείου Ηπείρου, για την ελευθερία της οποίας με τόσο ενθουσιασμό ήρθαν εθελοντικά να αγωνισθούν και έπεσαν.
Στάθηκαν πιστοί στον προγονικό τους όρκο και αγωνίσθηκαν «υπέρ ιερών και υπέρ οσίων» τιμώντας τα ελληνικά όπλα.

Όσοι από αυτούς ήταν Ηπειρώτες τους αξίζει κάθε έπαινος γιατί αγωνίσθηκαν «και μόνοι και μετά πολλών» και παρέδωσαν την ιδιαίτερη πατρίδα τους την Ήπειρο πιο μεγάλη και ελεύθερη.
Για τους άλλους πάλι Έλληνες που έσπευσαν από κάθε γωνιά της γης για να αγωνισθούν, να πέσουν και να ταφούν μακρυά από τον τόπο τους για την ελευθερία των σκλαβωμένων αδερφών τους, αξίζει ο έπαινος «Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος».

Το σπουδαιότερο όμως όλων είναι ότι όλοι αυτοί οι νεκροί άφησαν το εργο τους παρακαταθήκη για τις επερχόμενες γενεές των Ελλήνων:
Να μην ξεχνούν ποτέ τη Βόρειο Ήπειρο. 


(από το βιβλίο της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού: Ο Βορειοηπειρωτικός Αγώνας)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου