Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

ΔΙΠΛΟ ΚΑΘΗΚΟΝ


του δάσκαλου και δημοσιογράφου 
Χρήστου Ντρίτσου
        

  Οι αναμνήσεις  της παιδικής ηλικίας  περνούν, πολλές  φορές, σαν  φωτογραφικές ταινίες μπροστά στα μάτια μας. Η μια  μετά την άλλη. Και, μεταξύ αυτών, έρχονται πολλές φορές στη μνήμη μου, κάπως βιαστικά, για να βγουν στην αρχή, εκείνες του Ηρωικού ’40.  Ζωντανές κι αλησμόνητες.         
  
Ήταν τότε καιρός  πολέμου. Ακούγαμε  τις βροντές απ’  τις  βουνοκορφές του Τεπελενίου, τα ιταλικά αεροπλάνα να βουίζουν πάνω απ’ τα κεφάλια μας, τρέχαμε  στα καταφύγια να γλιτώσουμε από τους βομβαρδισμούς.


       Όμως, μέσα σ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να ξεχάσω ποτέ τον υπαξιωματικό  Γιάννη (Θυμάμαι ακόμα τ’ όνομά του). Υπηρετούσε στο Αρχηγείο του Ελληνικού Στρατού που βρισκόταν στο χωριό, απέναντι απ’ το σπίτι μου. Ψηλός και με λεβέντικο ρυθμικό περπάτημα. Όλοι τον αγαπούσαν και τον ζήλευαν.


       Του Γιάννη, όπως λέγανε, του είχε αναθέσει ο Διοικητής να κάνει καθημερινώς  την πρωινή γυμναστική στους φαντάρους  του Αρχηγείου. Διέταζε, έδειχνε το παράδειγμα του, συνέχαιρε, νευρίαζε. Και πιο πολύ, σαν κάπως λίγο εκνευρισμένα,  φώναζε σε κάποιον στρατιώτη που δεν μπορούσε, λόγω ηλικίας, να ακολουθήσει τους νέους. Αυτό συνέβαινε  κάθε πρωί. Κοιτάζαμε από τ’ απέναντι μπαλκόνια και κάπως λυπόμασταν τον ηλικιωμένο φαντάρο.
     
  Όμως  τα βράδια κάτι άλλο συνέβαινε με το Γιάννη και τον απλό φαντάρο. Διέμεναν στο ίδιο δωμάτιο, νιος και ηλικιωμένος, αξιωματικός και στρατιώτης. Και  βλέπαμε στο φως της νύχτας  κάτι που δεν μπορούσαμε να το εξηγήσουμε. Ο αυστηρός αξιωματικός Γιάννης της πρωινής γυμναστικής, το βράδυ υπηρετούσε, σαν απλός στρατιώτης, τον ηλικιωμένο φαντάρο: του πήγαινε τον καφέ ή το τσάι, του έστρωνε το τραπεζάκι  με το συσσίτιο, του συγύριζε το κρεβάτι, τον σκέπαζε. Βλέπαμε όλα αυτά και δεν  πιστεύαμε στα μάτια μας.

      
 Κάποια  μέρα ένας  από μας, κάπως επιφυλακτικά, τόλμησε να τον ρωτήσει: «Μα, Γιάννη, δεν  καταλαβαίνουμε τίποτε με τη στάση σου, το πρωί αυστηρός με τον ηλικιωμένο και το βράδυ υπηρέτης του.»


       - Ναι, έχετε δίκιο, απάντησε εκείνος κι έλαμψε το πρόσωπό του. Ο  άνθρωπος αυτός ήταν  κάποτε δάσκαλός μου. Αυτός με έμαθε γραφή και ανάγνωση, μου μίλησε  στην τάξη για την  ιστορία μας, για την παράδοση, για  την πατρίδα… Τα χρόνια πέρασαν γοργά από τότε. Εγώ μεγάλωσα κι’ έγινα αξιωματικός κι αυτός τώρα φαντάρος. Κι η τύχη μας αντάμωσε ξανά. Ήρθαμε μαζί  να πολεμήσουμε. Κάνοντας και  οι δύο το καθήκον: Το πρωί αξιωματικός και στρατιώτης και το βράδυ δάσκαλος και μαθητής.


       Και είδαμε στα μάτια  του Γιάννη  χαρά και συγκίνηση. Γιατί εκτελούσε διπλό καθήκον. Επάξια. Όπως τον μάθαινε  κάποτε στην τάξη  ο  καλός δάσκαλος.
       Και να, κάποιο πρωί, εκείνου του τρομερού χειμώνα, αποχαιρετώντας μας, «με το χαμόγελο στα χείλη» και ψυχική περηφάνια, φύγαν  για το μέτωπο. Να πολεμήσουν μαζί. 
Δάσκαλος και μαθητής πλάι πλάι. Για την πατρίδα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου