Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

Στη μνήμη του πατέρα μου - Η ξενιτιά και η ταξική πάλη αγιάτρευτες πληγές


 του καθηγητή Δημήτρη Παππά 
(αναμνήσεις)   

Σε  δύσκολες στιγμές, μέρες που υποφέρω  ψυχικά,
σε  σας, γονείς μου κι αδερφέ, τρέχει ο  νους μου κι  η καρδιά.
Σε  μέρες αποφράδες, ιδίως του χαμού σας του πικρού,
οι  σκέψεις μου πετούν παντού, στις πίκρες του  ξενιτεμού…




Και θέλω τα ντέρτια ολόκληρης  ζωής να ρίξω στο  χαρτί
και σ' όλους να προσφέρω περίσσια αγάπη και τιμή.  
Μα  σήμερα, πατέρα μου, είναι ημέρα μνήμης σου,
αγγίζω εσένα πιο πολύ, ωσάν παιδί της ζύμης σου.
      
Δεκέμβρη  μήνα  έφυγες, χειμώνα είχες διαλέξει,
Βαρβάρας  της Μεγαλομάρτυρος, προτού ακόμα  φέξει.
Με  πόνο και με θλίψη  τυλίγομαι στο  Γολγοθά σου 
και ζω με τους καημούς και τα μεράκια  τα δικά σου.
      
Μόνον 45 μέρες σ΄ απόλαυσα, πατέρα,
ξεψύχησες μακριά και σ΄ έφερα μες στο  κουτί μια μέρα.
Πολλά τα δάκρυα τότε σ΄ ένα μνημόσυνο  στην εκκλησιά,
κηδεία  έγινε εκεί και για των άλλων  τα οστά,
της μάνας και του αδερφού, που ΄χαν θαφτεί χωρίς παπά.
     
Ραγίσαν οι καρδιές μας  κι οι πέτρες κλάψανε ακόμα,
και τώρα αναπαύεσαι στης γης μας  τ΄ άγιο χώμα.  
Χωρίς πατέρα κύλησαν, οϊμέ ,της  ζήσης μου τα χρόνια,
δίπλα μου λίγοι στάθηκαν με πόνο και  συμπόνια.
      
Δε  σ΄ έβλεπα, δε σ΄ άκουγα ποτέ, μόνο στα γράμματά σου,
γεμάτα  με μηνύματα, διάβαζα την καρδιά σου.
Αχ, τότε να  γινόμουνα πουλί να  ΄ρχόμουνα κοντά σου!
Ζήλευα  κείνους που ΄χανε  και ήλιο και φεγγάρι.
Κι  εγώ τις  νύχτες μούσκευα το  άσπρο μαξιλάρι.  


Μου έλειπες σαν άρχισα δειλά να στρατουλίζω ,
να  πέφτω, να σηκώνομαι λογάκια να ψελλίζω.
Μου έλειπες σαν ήθελα  “μπαμπά» να σε φωνάξω,
να  νιώσω ένα χάδι σου, το μέλλον να χαράξω.


Μου έλειπες μια νύχτα  φοβερή, που έμοιαζε με δράμα,
σε  φώναξα, δεν μ΄ άκουσες και ξέσπασα  σε κλάμα.
Μου έλειπες σαν μ΄ έδερνε η απονιά του κόσμου
κι  αφάνταστα υπέφερνα από τη σκιά του  τρόμου.


Μου έλειπες  μια μέρα, 9 Δεκέμβρη του ΄59,
τότε  που η sigurimi μας πλήγωσε άσχημα ,βαριά.
Μου έλειπες πολύ στο χαροπάλεμα του αδερφού,
που όσο ζω δεν θα τον βγάλω απ΄  την καρδιά κι από το νου.


Μου έλειπες, όταν ο χάρος στο κατώφλι δρασκελούσε,
κι  η μάνα, πικραμένη, βολόδερνε, πονούσε.
Μου έλειπες σαν ένιωθα κακά ανεμοδαρμένος,
μα  άντεχα, ήμουν με τα προσόντα  σου οπλισμένος.


Μ΄  εμψύχωνε και η  φωνή του τόπου, που  πάλλει την καρδιά,
η γλώσσα μας η πλούσια με τόση γλύκα κι ομορφιά.  
Τα  λόγια μου αυτά, βγαλμένα από τα βάθη της  καρδιάς,
δεν είναι γέννημα και θρέμμα μιας δύσκολης βραδιάς.


Αυτά  απηχούν μια  εποχή άραχλη και μουγκή
και ίσως να ΄ναι επίκαιρα  και για την σημερινή.   
Πατέρα, σήμερα της εκκλησιάς το δρόμο ανηφόρισα
κεριά άναψα κι όλο το είναι μου σε σένα απόλυσα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου