Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Η πατρίδα να μείνει αντρόπιαστη στην ψυχή του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού


Του ΜΙΧ. ΧΡ. ΠΑΝΤΟΥΛΑ, φιλολόγου, τ. βουλευτή Ιωαννίνων

*  Σήμερα, 21 Φεβρουαρίου 2013, που γιορτάζουμε την εκατοστή επέτειο των ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ της πόλης των Ιωαννίνων και του μεγαλύτερου τμήματος της μείζονος Ηπείρου από τον οθωμανικό ζυγό πέντε αιώνων, θεώρησα πρέπον να μιλήσω δημόσια για τη λάθος απόφαση της μητέρας πατρίδας σε βάρος του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού κι απ’ ότι έμαθα με προέκταση στον Ελληνισμό της Πόλης, της Τενέδου και της Ίμβρου.

Τα μεγάλα μυαλά της διοικητικής και πολιτικής γραφειοκρατίας των Αθηνών βρήκαν το φάρμακο να χτυπηθεί στη ρίζα της η οικονομική κρίση, που μαστίζει την Ελλάδα. Και τούτο θα συμβεί αν παύσει να χορηγείται το μικρό χρηματικό βοήθημα στους υπερήλικες Βορειοηπειρώτες, που η ίδια η ελληνική πολιτεία, για προφανείς λόγους, είχε καθιερώσει πριν από μερικά χρόνια.
Θέλω να πιστεύω ότι η ασυνέπεια αυτή, που αν δεν προσέξουμε μπορεί να μετατραπεί σε τραγωδία με δική μας αποκλειστικά ευθύνη, στο τέλος θα αποτραπεί. Όσοι σοφίστηκαν όλα τούτα πρέπει να μάθουν ότι στην κατηγορία των ανθρώπων, που έπαιρναν έως τώρα το μικρό αυτό βοήθημα, είναι οι συμμαθητές του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κάρολου Παπούλια από το σχολείο της Πωγωνιανής, οι πατριώτες που το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας τους απένειμε το μετάλλιο του Έθνους γιατί στα κολαστήρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης του Εμβέρ Χότζα κράτησαν αμόλυντη την ελληνική συνείδηση και ταυτότητα, εκείνοι που σε πείσμα της αλβανικής εθνικιστικής υστερίας μετέδωσαν στα παιδιά και στα εγγόνια τους την περηφάνεια του Έλληνα και οι απόγονοι των εθνικών μας ευεργετών από την Κορυτσά, την Πρεμετή, το Αργυρόκαστρο, τους Αγ. Σαράντα, τη Χειμάρα που τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής τούς στέρησαν από τις οικογένειές τους και τους κατέθεσαν στο ταμείο του Έθνους για τη δόξα της νεοσύστατης Ελλάδας.

Μου είναι αδύνατο να φανταστώ ότι όσοι παίρνουν τέτοιες αποφάσεις ξεχνούν να συμπεριλάβουν στους λογαριασμούς τους τον “πολλαπλασιαστή” του εθνικού ωφέλους και του εθνικού κόστους. Γι’ αυτό και θέλω να ελπίζω -η συνείδησή μου το απαιτεί- η λάθος αυτή απόφαση να αναθεωρηθεί τώρα. Κι αν η πατρίδα το μικρό αυτό χρηματικό βοήθημα θέλει να το κάνει μικρότερο, ας το αποφασίσει. Είναι προφανές ότι το θέμα δεν είναι οικονομικό. Αφορά τον πυρήνα της σχέσης εμπιστοσύνης και αξιοπρέπειας της μητροπολιτικής Ελλάδας με τμήματα του οικουμενικού Ελληνισμού, που στην ιστορική τους διαχρονία διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στην πνευματική και εθνική ολοκλήρωση του Γένους. Για δυο δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, που στον κάθε Έλληνα φορολογούμενο αντιστοιχεί το ποσό των τριών ευρώ το χρόνο, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να ντροπιάσει την Ελλάδα.

Και επειδή ο δικός μου λόγος δεν είναι τόσο δυνατός, που να μπορεί να ανατρέψει αποφάσεις, θέλω την ανοιχτή αυτή επιστολή να τη συνοδεύσω με ένα συγκλονιστικό ανέκδοτο κείμενο. Γράφτηκε στα 1956 και εξακολουθεί να είναι επίκαιρο μέχρι σήμερα. Συντάκτης του ο Βορειοηπειρώτης Θύμιος Λιώλης από το Βούρκο των Αγ. Σαράντα. Ο συμμαχητής του Παύλου Μελά, ο οπλαρχηγός του αγώνα για την απελευθέρωση της Ηπείρου και της Αυτόνομης Ήπειρου, ο πρωτοπόρος της αντίστασης εναντίον των Ιταλογερμανών κατακτητών. Ο “άγιος” του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού, που η γνώμη του είχε την ίδια απήχηση με τις προφητείες του πατρο-Κοσμά του Αιτωλού. Ο νέος Μακρυγιάννης με την τίμια και καθαρή ψυχή. Την επιστολή μού την εμπιστεύτηκε, πριν από δύο περίπου χρόνια, ο εγγονός του Χρήστος Λιώλης και τον ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό. Έκρινα ωφέλιμο να τη δημοσιοποιήσω τώρα, με την πεποίθηση ότι το δυνατό μήνυμα που αυτή εκπέμπει θα δρομολογήσει θετικές πρωτοβουλίες στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο για την άμεση αναθεώρηση της κυβερνητικής απόφασης, που τη διακρίνει μία απίστευτη όσο και επικίνδυνη επιπολαιότητα. Αναμένουμε…


Ιδού το κείμενο της ιδιόχειρης επιστολής του Θύμιου Λιώλη:

Προς τον Ύπατον Πρόεδρον της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Αμερικής
Αξιότιμον κύριον Κων/ντίνον Δήμαν
Εις Αθήνας

Παιδί μου
Σε σένα τον θαυμάσιον και άξιον αγωνιστήν της ιεράς βορειοηπειρωτικής ιδέας, Σε σένα την πιο μεγάλη ελπίδα της δύσμοιρης Βορειοηπειρωτικής μας πατρίδος, απευθύνεται ένας παλαίμαχος αγράμματος και αντρόπιαστος αγωνιστής, σαν πατέρας για να σου πω πρώτα - πρώτα καλώς ορίσατε, ως ευλαβής προσκυνητής στην ελεύθερη Ελληνική πατρίδα, αλλά παράλληλα να σου ’μολογήσω και τα βάσανα της μαύρης μου ξενιτιάς και των γηρατιών μου το κατάντημα.
Δεν πρόκειται να σας συστηθώ ούτε να σας αραδιάσω τους αγώνας μου που έκαμα -καθήκον μου άλλωστε ελάχιστον προς την αγαπημένη μας πατρίδα- γιατί λίγο πολύ ο Θεός και η τύχη έφεραν την φτωχειά φήμη του ονόματός μου στ’ αυτιά σας. Είμαι ο οπλαρχηγός του Βούρκου Θύμιο-Λιώλης, που από τα νειάτα μου μέχρι τα βαθειά μου γεράματα κράτησα με τιμή το καριοφύλι της Λευτεριάς όσο μπορούσα άξια στον τόπο μας και έχω αθάνατα και αδιάψευστα παράσημα τις άμετρες λαβωματιές στο βασανισμένο μου κορμί.

Όταν ήμουν νέος αλώνιζα τις ράχες και τα κορφοβούνια της πατρίδος μας ωσάν λεύτερος σταυραετός. Τώρα όμως και μάλιστα ύστερα από τον βάρβαρο ξυλοδαρμό που υπέστην στις φυλακές Αβέρωφ υπό των ατίμων Ιταλών, ότε το 1941 συλληφθείς εις Αθήνας και μετέπειτα μεταφερθείς εις Τίρανα, τσακίστηκα και σωροβολιάστηκα κυριολεκτικώς σωματικά και ψυχικά. Μη νομίσης πως το ρίχνω κάτω, όχι θα κρατηθώ υπερήφανος για να μη γίνω περίγελος των εχθρών της πατρίδος μας. Σε σένα όμως που είσαι ένας αγνός αγωνιστής πρέπει να σου πω την αλήθεια.

Η φτωχειά πατρίδα Ελλάς μού εχορήγησε μια φτωχειά σύνταξη οπλαρχηγού τριακοσίων πενήντα δραχμών μηνιαίως αρκετή μόνον για να χορταίνη «ντουάνι» (καπνό) το τσιμπούκι μου. Επειδή στα νειάτα μου και στα γερατιά μου ή αγωνιζόμουν στα βουνά ή βρισκόμουν στα μπουντρούμια των φυλακών, δεν γκαζάντισα για τα γηρατιά μου. Αυτό δεν το λογαριάζω αν και με σφύγγει η ανάγκη της στερήσεως, γιατί αφού δεν πέθανα από τόσα βόλια των αρβανιταραίων δεν θα πεθάνω από ψωμί στην Αθήνα. Αν όμως συμβή το τελευταίο, τότε ασφαλώς προσωπικώς δεν θα πεθάνω ντροπιασμένος, γιατί σε άλλους θα ανήκη το προνόμιο της ντροπής.

Τελευταίως ήρχισαν μια δυσφημιστικήν εκστρατείαν εναντίον μου -προφανώς όργαναν της αλβανικής προπαγάνδας- και κάνουν μια άτιμον κριτικήν της πολύχρονης αγωνιστικής μου δράσεως. Εις αυτούς απάντησεν η τιμητική δι’ εμέ τελευταία αποκήρυξις των Τιράνων. Αν θέλουν πιο ντρίτα απάντηση τους προκαλώ παρ’ όλον τον όγκον χωρίς να λογαριάζω τα 78 μου χρόνια να έρθουν να αναμετρηθούμε εκεί που αναμετρούνται τα παληκάρια. Εκεί θα μάθουν οι συκοφάντες μου τα γιατάκια μου, εκεί θα τους δείξω τις βρύσες πούπινα νερό, εκεί θα βρίσκονται ακόμη άθαφτοι οι συντρόφοι μου και ίσως κάτω από τα απάτητα χιόνια να βρούμε αίμα από τις άμετρες λαβωματιές μου.

Δεν μπορώ να βρω αρχή και τέλος γιατί πενήντα χρόνια ιστορία δεν μπορώ να την συμπεριλάβω σε μια αναφορά μου. Ένα θέλω κυρίως να σου πω, θέλω να σε ιδώ γιατί νομίζω πως τώρα ήρθατε από την πατρίδα και κάτι θα μου πείτε. Επειδή άκουσα και πίστεψα ότι έχεις αισθήματα γνησίου και τιμίου Χειμαρριώτου, θέλω να σε ιδώ. Μη διστάξης να δεχθής έναν αγνόν αγωνιστήν, επειδή έχει το θλιβερόν προνόμιον να είναι πάμπτωχος.
Εκεί που θα πας να προσκυνήσης -όπως έμαθα- τα Άγια χώματα της πατρίδος μας, στείλε τα χαιρετίσματα στους ζωντανούς και τους πεθαμένους από το Θύμιο Λιώλη.

Σε χαιρετώ
Με πατριωτική Αγάπη
Θύμιο Λιώλης
Οπλαρχηγός Βούρκου Β. Ηπείρου

ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ 21-2-1913

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου