Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Αυτό που αντιλαλούνε τα βουνά



Έκανε πολύ κρύο σήμερα. Ο δάσκαλος σήκωσε το γιακά του κι έσκυψε το κεφάλι βιαστικός, θέλοντας ν’ αποφύγει τον Αλή, τον δημογέροντα του χωριού, που τον είδε να πλησιάζει. Ένα χωριό σκαρφαλωμένο πάνω στο Μοράβα ήταν η Νικολίτσα, δυσπρόσιτο και ξεχασμένο. Αλλά στην Αλβανία του Χότζα δύσκολα εξασφάλιζες τον επιούσιο.

Αν και ηλικιωμένος ο Αλή, τον πρόφτασε:
-Ω, δάσκαλε! του φώναξε, έλα να σε κεράσω ένα ρακί.
Το χωριό τώρα πια κατοικούνταν από μουσουλμάνους. Ούτε αυτός, ούτε εκείνοι ήθελαν πολλά πάρε-δώσε με το δάσκαλο. Έκανε τη δουλειά του ευσυνείδητα κι αυτό ήταν αρκετό. Αλλά σήμερα η φωνή του Αλή είχε παράκληση, δεν μπόρεσε να του αρνηθεί.

Δεν κάθισαν καλά-καλά στο τραπέζι κι ο Αλή έσκυψε συνωμοτικά προς το μέρος του ψιθυρίζοντας:
-Τι είναι το «Tη Yπερμάχως» δάσκαλε; Ξαφνιάστηκε ο δάσκαλος. Δεν περίμενε τέτοια ερώτηση
-Δάσκαλε, ξέρω ότι είσαι χριστιανός και ξέρεις ότι είμαι μουσουλμάνος. Αυτό το «Tη Yπερμάχως» κάτι δικό σας είναι, είμαι σίγουρος. Κατατρόμαξε πάλι το χωριό χθες. Το «Tη Yπερμάχως» αντιβουίζει απ’ τα βουνά. Κάθε χρόνο την ίδια μέρα, την ίδια ώρα, ακούγεται αυτή η ψαλμουδιά. Τι είναι, πες μου σε παρακαλώ.

«Η μάχη της Νικολίτσας! Σκέφτηκε ο δάσκαλος. Ήταν παιδί τότε, το 1940, όταν οι Έλληνες λευτέρωσαν τη Βόρειο Ήπειρο. Το χωριό του, η Μπομποστίτσα, ήταν πρώτα στρατηγείο των Ιταλών κι ύστερα των Ελλήνων. Την είχε ακούσει κι απ’ τους δυο αυτή την ιστορία. Για να μπορέσει να πάρει την Κορυτσά ο ελληνικός στρατός, έπρεπε πρώτα να διώξει τους Ιταλούς από τα φυλάκια τους πάνω στα βουνά, που δέσποζαν γύρω απ’ την πόλη. Κι εκεί, στο Μοράβα, πάνω απ’ τη Νικολίτσα, το βουνό ήταν απότομο, δεν μπορούσε να πλησιάσει κανείς, οι Ιταλοί σε έβλεπαν και σε χτυπούσαν από μακριά.

Εκείνο το απόγευμα του Νοέμβρη, το χιόνι που έπεφτε πυκνό τις τελευταίες μέρες, είχε στρώσει τα πάντα. Οι Ιταλοί έβλεπαν με τα κιάλια έναν βοσκό να οδηγεί τα πρόβατά του μέσα στο χιόνι πάνω στο βουνό, προς την μεριά τους κι απορούσαν: «πού τα πάει τα πρόβατα τέτοια ώρα μέσα στα χιόνια;» Όταν ο βοσκός πλησίασε αρκετά, πάγωσαν! Τα ‘πρόβατα’ σηκώθηκαν στα δύο πόδια και πέταξαν τις προβιές. Ήταν Έλληνες στρατιώτες που είχαν φορέσει τα πανωφόρια ανάποδα, απ’ την πλευρά της άσπρης μάλλινης επένδυσης, και σέρνονταν στο χιόνι. Κι ο ‘βοσκός’ πέταξε την κάπα και την γκλίτσα και φάνηκαν τα διακριτικά του. Μαρμαρωμένοι άκουσαν την ιαχή του να σκίζει τον αέρα: Υπέρ πίστεως και. πατρίδος, παιδιά μου! Αέρα! 

Οι Έλληνες στρατιώτες όρμησαν με μιας ψάλλοντας «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια….» και έδιωξαν τους Ιταλούς απ’ το Μοράβα. Τι του λέει τώρα τούτος ο Οθωμανός; Πως κάθε χρόνο τέτοια μέρα, την ίδια ώρα, τα βουνά της Νικολίτσας αντιλαλούν αυτό το «τη Υπερμάχω»;
 -Μ’ ακούς, δάσκαλε; τον συνέφερε η φωνή του Αλή. Δεν θα σε μαρτυρήσω. Μπέσα. Μονάχα πες μου, τι είναι τούτο το «Τη Υπερμάχως» που αντηχούνε τα βουνά;
-Προσευχή, είπε ο δάσκαλος συγκινημένος. Ευχαριστήρια προσευχή στην Παναγία μας, την μητέρα του Χριστού, που μας προστατεύει πάντα.
Βιάστηκε να βγει έξω. Το τσουχτερό κρύο του πάγωσε τα δάκρυα που κυλούσαν στο πρόσωπο. «Yπέρ πίστεως και πατρίδος» μονολόγησε. Έστρεψε το δακρυσμένο βλέμμα του ψηλά, στο κορφοβούνι πάνω απ’ το χωριό.
«Παναγία μου, αξίωσέ με, αυτό το «Τη Υπερμάχω», που αντιλαλούνε τα βουνά, να σου το ψάλλω ελεύθερα μέσα στην εκκλησιά σου!»                     

                                               
ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΗ (βασισμένο στη διήγηση του τότε δάσκαλου της Νικολίτσας Σωτήρη Μπαμπούλη, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΙΣ, τεύχος αρ. 791, Νοέμβριος 2011)
Η ευχή του δάσκαλου πραγματοποιήθηκε το δεκαπενταύγουστο του 1990, όταν με μερικά παλικάρια του χωριού άνοιξε και καθάρισε τον Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο οποίος χρησιμοποιούνταν άλλοτε ως στάβλος κι άλλοτε ως αποθήκη.

 http://www.sfeva.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου