Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Τα περήφανα γηρατειά μας


του Xρήστου Σπ. Ντρίτσου

           Δεν ξέρω γιατί μου αρέσει  να  κάθομαι  με τα γεροντάκια του χωριού μου, ν’ ακούω για την πολύχρονη ζωή τους  και τις ατέλειωτες  ιστορίες τους. Και φέρνω στο νου μου τη ζωή τους και  τη ζωή του τόπου μας, κάτω από τον σκληρό ζυγό των χρόνων  που πέρασαν.

Να, ο  Ηρακλής, ως πρώην  φυλακισμένος, μιλάει για τις σκοτεινές φυλακές του δικτατορικού καθεστώτος και την εξέγερση του Σπατς, ενώ ο Μιχάλης, ως δάσκαλος, μιλάει πολλές φορές και για τους παλιούς κατοίκους του χωριού από την γέννηση της Ανθρώπινης Ιστορίας, ρίχνοντας κάτω τα όσα λένε μερικοί πως  οι πρώτοι κάτοικοι των χωριών μας είναι φερμένοι από τον  Αλή Πασά για  να δουλέψουν τα χωράφια των μπέηδων και αγάδων. Μιλάει  για τα ιστορικά μέρη και τα αμέτρητα ελληνικά τοπωνύμια,  για τους Βορειοηπειρώτες ευεργέτες,  για τους αγωνιστές και τους εθνομάρτυρες…         

 Ο  Παναγιώτης εξιστορεί για τον θείο του, το Βαγγέλη, που όταν άκουσε φωνές και τραγούδια εκεί ψηλά στο  βουνό, κατέβασε γρήγορα κάτω τα πρόβατα του, άρπαξε  το ντουφέκι, χαιρέτησε την καλή του  κι έτρεξε  στη φωτιά του πολέμου κατά των Τούρκων, όπου και  άφησε τη ζωή του. Και το κακό χαμπέρι ήρθε γρήγορα και χτύπησε στην πόρτα της Νίνης του Νίκου. Κι έτρεξε εκείνη μεσονυχτίς, μαζί με τον μικρότερο αδερφό του, τον Σάββα, κι άρπαξαν μέσα απ’  τα πυρά  άντρα κι αδερφό και φέραν στο χωριό, πνιγμένο στα αίματα, το παλικάρι πάνω στ’  άλογο. Το τι έγινε εκείνη την ημέρα στο μεγαλοχώρι, δεν περιγράφεται.
         
 Μιλάει ο  Γιώργος για τον πατέρα του  το Θωμά και τόσους άλλους  που  ντύθηκαν στο χακί και τρέξαν να  σηκώσουν κι εκείνοι πιο ψηλά το ΟΧΙ  στα απόκρημνα και χιονισμένα βουνά του Τεπελενιού.         
 Μολογάει ο  Βασίλης την εξορία του πατέρα του, που μπήκε κάποτε στην εκκλησία,  κάποιου μακρινού χωριού, όπου εργαζόταν κι άρχισε να ψέλνει. Ήταν γλεντζές και καλλίφωνος ο Κίτσιος. Ήταν τότε που η θρησκεία είχε βγει εκτός νόμου και τον κλείσαν στα κελιά. Μα όταν  πέθανε ο στενός του φίλος, ο Σπύρος (είχε τότε αποφυλακιστεί εκείνος), βγήκε στην κορφή της σωρού και ξέσπασε η τρεμάμενη φωνή του φίλου, του δάσκαλου και ψάλτη, συνοδεύοντάς τον μέχρι την τελευταία του κατοικία. Κι ας ήξερε   πως θα τον οδηγούσαν ξανά στο σκοτάδι.

Μιλάει ο Θωμάς, ο ψάλτης του χωριού, για την απομόνωση της οικογενείας του μπάρμπα -Γιάννη. Εκτοπίστηκαν, γιατί ο μικρότερος γιος του, μαζί με δύο άλλους, είχαν σκορπίσει στους δρόμους του χωριού και στην Εθνική Οδό προκηρύξεις και συνθήματα   εναντίον του τότε δικτατορικού καθεστώτος και για την αγάπη προς την μητέρα Ελλάδα. Και  φυλακίστηκαν τα λεβεντόπαιδα,  κακοποιήθηκαν βάναυσα  και άφησαν τη ζωή τους στα κάτεργα. Κι ο μπαρμπα- Γιάννης, που κάποτε βόγκηξε κι έκλαψε σαν μικρό παιδί για το γιο του, τώρα τον θυμάται με πόνο και αισθάνεται  εσωτερική περηφάνια.


Και η  κουβέντα περνά από στόμα σε στόμα, ως  τον Θοδωρή, τον ελληνοδιδάσκαλο. Δυο φορές φυλακίστηκε ο καλός δάσκαλος, γιατί κάποτε, όταν στραγγαλίζονταν βάρβαρα τα  δικαιώματα του πολίτη και ιδίως των Βορειοηπειρωτών, σήκωσε τη φωνή του λέγοντας πως η ελληνική γλώσσα  έπρεπε να είχε την προτεραιότητα στα σχολεία του χώρου μας. Και τον έκλεισαν στις σκοτεινές και υγρές φυλακές. Μα άντεξε και γύρισε το παλικάρι, όπως  γύρισε και κάποιο πρωί, μετά την ανατροπή, από την μητέρα πατρίδα, φορτωμένος χαρτόνια, πλακάτ, μπογιές και πινέλα.

 Ήταν τότε που σηκώθηκαν σύσσωμοι οι Βορειοηπειρώτες και βγήκαν στους δρόμους του Αργυροκάστρου, Αγίων Σαράντα, Δελβίνου και Χειμάρρας για  άνοιγμα ελληνικών σχολείων.  Κι έσχισε το πλήθος ο γεροδάσκαλος και βγήκε στην κορφή φωνάζοντας, γεμάτος αγανάκτηση, για να μη δειλιάσει κανείς μπροστά στους ξυλοδαρμούς και  το χέρι στη σκανδάλη. Kαι σου θύμιζε δεκάδες χρόνια μπροστά, όταν το 1934, δάσκαλοι και μαθητές κλείσανε τα σχολεία και βγήκαν  στους δρόμους, φτάνοντας ως τη Χάγη.

Και κάθονται τα γεροντάκια πολλές φορές κάτω  από τον πλάτανο στη μέση του χωριού και κουβεντιάζουν για τα χρόνια του περασμένου μισού αιώνα. Θυμούνται και αναφέρουν το πως αναρριχήθηκαν ως  την ψηλότερη κορφή  αυτού του γεροπλάτανου ο Μιχάλης κι ο Γιάννης και τέντωσαν την γαλανόλευκη που φύλαγαν στα σεντούκια οι γονείς τους. Και κυμάτισε, μετά από πολλές δεκάδες χρόνια, εκεί ψηλά η δαφνοστεφάνωτη.  Και ξέσπασαν οι ζητωκραυγές, οι χοροί και τα τραγούδια στο κεφαλοχώρι.

Κι η κουβέντα περνάει από το μακελειό της Γλύνας, οπότε οι ακραίοι Αλβανοί εθνικιστές του Μπαλ Κομπετάρ εκτέλεσαν 28 παλικάρια, ως αρχή του μεγάλου διωγμού των  Βορειοηπειρωτών από τα πατρώα εδάφη, μέχρι τον Οδυσσέα που τον έδεσαν πίσω  στο τρακτέρ οι δικτάτορες και τον φέρναν γύρω από χωριό σε χωριό για να φοβηθούν όσοι  θα τολμούσαν να περνούσαν τα σύνορα κι ως τα τέσσερα παλικάρια του Αλύκου, τις φυλακίσεις και εξορίες.

Βλέπω τα γεροντάκια αυτά με τα κάτασπρα μαλλιά τους και τα ρυτιδωμένα  πρόσωπα  και αυθόρμητα, φέρνω στο νου μου τα χρόνια της νιότης τους.  Τα φαντάζομαι, όπως κάποτε,  στο βουνό και στον κάμπο, στα χωράφια και στ’ αμπέλια, να βόσκουν τα πρόβατα και ν’ ανεμίζουν το στάρι στ’ αλώνια. 
Προβάλλουν μπροστά στα μάτια μου οι πασχαλινές μέρες, εκεί ψηλά στα ξωκλήσια, να σέρνουν το χορό και να κουνούν τα μαντήλια με τον “Παπά ντελίπαπα “ και ν’ αντηχεί  και  να φεύγει το τραγούδι μέχρι κάτω στο χωριό και στον κάμπο.  Και παίρνω δύναμη. Γιατί βλέπω τώρα σ’ αυτούς να παραδίνουν στους νέους  τους θησαυρούς  των ιδανικών και των παραδόσεων.  
Είναι  αυτοί που σάπιζαν στις  φυλακές και άλλοι που αργοπέθαιναν, μα δεν παραδίδονταν, αυτοί που άντεχαν και θυσίαζαν το καθετί για την πατρίδα, όπως άντεχε κάθε  ελληνική ψυχή στα μέρη μας. Και λέγω μέσα μου με περηφάνια: “Έτσι είναι φτιαγμένοι τούτοι οι άνθρωποι: να αντέχουν, να υπομένουν και να μάχονται, χωρίς να αλλάζουν το είναι τους, τα ιδανικά τους. Με πίστη στο μέλλον. Μέχρι τέλους, Ναι, μέχρι τέλους, να μάχονται… και να νικούν…”.

Κι αισθάνονται περήφανοι, γιατί έκαναν  και θυσίασαν το καθετί για την πατρίδα, που την είχαν τόσο κοντά, αλλά και τόσο μακριά. 
Μα τα περήφανα αυτά γηρατειά σήμερα ζουν  μόνα τους, γιατί τα παιδιά και τα εγγόνια τους έχουν φύγει  για να βγάλουν το ψωμί τους και  να διώξουν τη φτώχεια  που τους έχει πιάσει την πόρτα.  Και ζουν αυτά τα γεροντάκια με τον πόθο και την λαχτάρα  του γυρισμού, περιμένοντας να γυρίσουν οι νέοι βλαστοί, η άνοιξη του τόπου και να γεμίσουν τα  χωριά από νιάτα, για να μην αδειάσει και ξεριζωθεί ο τόπος και καταντήσει γηροκομείο απέραντο. Κι’ αφήνουν, πολλές φορές, σαν άθελα, τα δάκρυα τους να παίρνουν τον κατήφορο.

Τα γηρατειά αυτά, που ένωσαν το καθετί  μ’ αυτή την πονεμένη  γη  και πόνεσαν μαζί της, τα γηρατειά αυτά που σήμερα ακουμπούν στα ραβδιά τους, τα γηρατειά αυτά που βάσταξαν μέσα τους μια ζωή ολόκληρη την πατρίδα και θυσιάστηκαν γι’ αυτή, κάνοντας το χρέος τους, ζητούν  επίμονα και  η πατρίδα  να κάνει το χρέος της. 
Γιατί  η Βόρειος Ήπειρος δυστυχεί και πονάει. Και το χρέος της πατρίδας δεν ξεπληρώνεται  μόνον με τα 300 ευρώ που μερικοί τεχνοκράτες θέλουν να τα κόψουν κι αυτά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου